Όταν το Μουντιάλ έγινε αρχαία τραγωδία
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 ή αλλιώς το «Μaracanzo» και η ήττα από της «Σελεσάο» από την Ουρουγουάη που στιγμάτισε ένα ολόκληρο έθνος.
Έχουν περάσει 76 ολόκληρα χρόνια αλλά και δεκαεννέα συνολικά Μουντιάλ από την πιο σκοτεινή σελίδα στην ιστορία της Εθνική Βραζιλίας.
Η 16η Ιουλίου του 1955 θα μείνει χαραγμένη για πάντα, σαν να έχει ριζώσει στη ψυχή κάποιων ανθρώπων στιγματίζοντας τους για μία ολόκληρη ζωή. Ήταν η ημέρα που η «Χώρα του Καφέ» βυθίστηκε σε ένα πρωτοφανές πένθος.
Η ήττα της «Σελεσάο» από την Ουρουγουάη στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μέσα στο σπίτι της, το επιβλητικό και νεόδμητο τότε Μαρακανά, ξεπέρασε τα όρια μιας αθλητικής αποτυχίας και μετατράπηκε σε μια βαθιά κοινωνική και εθνική τραγωδία, η οποία θα μείνει για πάντα στην ιστορία ως «Maracanazo».
«Για τα πανηγύρια»
Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Βραζιλία κηρύχθηκε οικοδέσποινα του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το σύστημα διεξαγωγής της διοργάνωσης δεν περιλάμβανε νοκ-άουτ φάσεις, όπως είναι σήμερα το τουρνουά, αλλά ένα μίνι πρωτάθλημα τεσσάρων ομάδων.
Η Βραζιλία, έχοντας συντρίψει τη Σουηδία (7-1) και την Ισπανία (6-1), χρειαζόταν μόλις μια ισοπαλία στο τελευταίο ματς απέναντι στην Ουρουγουάη για να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.
Η βεβαιότητα για τη νίκη είχε αγγίξει τα όρια της αλαζονείας. Στον έντυπο Τύπο της χώρας, οι εφημερίδες ανήμερα του μεγάλου αγώνα ανακήρυσσαν πρόωρα τη Βραζιλία πρωταθλήτρια, ενώ λίγες ημέρες πριν τη σέντρα ο δήμαρχος του Ρίο απεύθυνε θριαμβευτικούς λόγους, και ο πρόεδρος της FIFA, Ζιλ Ριμέ, είχε ήδη συντάξει την ομιλία του στα πορτογαλικά για την πρωταθλήτρια κόσμου Βραζιλία.
«Εσάς, τους ποδοσφαιριστές που σε λιγότερο από δύο ώρες εκατομμύρια συμπατριώτες σας θα σας επευφημούν ως παγκόσμιους πρωταθλητές! Εσάς που δεν έχετε αντίπαλο και θα υπερνικήσετε κάθε ανταγωνιστή, από τώρα σας χαιρετίζω ως νικητές!» είχε αναφέρει στην ομιλία του ο Άντζελο Μέντες ντε Μοράις, μια ημέρα πριν το παιχνίδι.
Η ήττα που στιγμάτισε ένα ολόκληρο έθνος
Απέναντι στην οικοδέσποινα, η Ουρουγουά ή αλλιώς οι έντεκα μαχητές των «garra charrúa», που έφεραν στις πλάτες του την ιστορία ενός ολόκληρου έθνους που αντιστάθηκε, πάλεψε και έδωσε τη δικιά του μάχη, όπως και ακριβές έκαναν και μέσα στο υπεράριθμο και ασφυκτικά γεμάτο Μαρακανά.
Για τον τελικό «κόπηκαν» 173.850 εισιτήρια, Οι θεατές που στριμώχτηκαν στις εξέδρες ήταν, περίπου, 200.000 – το 1/10 του πληθυσμού του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Αν και η Βραζιλία προηγήθηκε στο 47ο λεπτό με τον Φριάσα,, η Ουρουγουάη αντέδρασε. Στο 66’, ο Πέπε Σκιαφίνο ισοφάρισε σε 1-1, ενώ το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στο 79ο λεπτό από τον Αλσίδες Γκίτζια. Με ένα σουτ στην κλειστή γωνία, νίκησε τον τερματοφύλακα Μπαρμπόζα, διαμορφώνοντας το τελικό 2-1.
Εκείνη τη στιγμή, μια εκκωφαντική νεκρική σιγή απλώθηκε στο Μαρακανά. Όπως δήλωσε αργότερα ο σκόρε του «χρυσού» τέρματος της, μόνο τρεις άνθρωποι κατάφεραν να σιωπήσουν το στάδιο με μία κίνηση: «ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας και ο ίδιος».
«Νεκρική σιγή» και 90 αυτοκτονίες
Η λήξη του αγώνα βρήκε τη Βραζιλία σε κατάσταση απόλυτου σοκ. Η προγραμματισμένη τελετή απονομής ακυρώθηκε, ενώ στις κερκίδες και στους δρόμους της χώρας καταγράφηκαν αυτοκτονίες και καρδιακά επεισόδια. Σε εκείνον τον τελικό έχασαν τη ζωή τους πάνω από 90 θεατές.
Κάποιοι αυτοκτόνησαν, πηδώντας στο κενό από τις κερκίδες του σταδίου. Κάποιοι άλλοι υπέστησαν καρδιακή προσβολή. Οι γιατροί του γηπέδου χρειάστηκε να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε εκατοντάδες ανθρώπους, ενώ χιλιάδες, διακομίστηκαν στα γύρω νοσοκομεία του Ρίο.
Οι πιο ψύχραιμοι παρέμειναν στις εξέδρες ακίνητοι για 10-15 λεπτά, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί.
Φήμες μάλιστα λένε ότι ο προπονητής της «Σελεσάο», Φλάβιο Κόστα, έφυγε από το γήπεδο μεταμφιεσμένος για να γλιτώσει από την οργή του πλήθους.
Όσο για την εθνική ομάδα; Δεν αγωνίστηκε ξανά για δύο χρόνια, ενώ οι χαρακτηριστικές λευκές εμφανίσεις της αποσύρθηκαν οριστικά, δίνοντας τη θέση τους στις γνωστές κίτρινες.
Η ανάγκη για την εύρεση υπαιτίων οδήγησε σε έναν σκληρό κοινωνικό ρατσισμό. Το μεγαλύτερο βάρος της αποτυχίας έπεσε στους ώμους του τερματοφύλακα, Μοασίρ Μπαρμπόζα. Ο Μπαρμπόζα καταδικάστηκε σε μια άτυπη «ισόβια» κοινωνική απομόνωση και στιγματίστηκε για το υπόλοιπο της ζωής του.
50 χρόνια μετά το «μαύρο πρόβατο»
Το θλιβερό της όλης υπόθεσης, πέραν του ότι ο Βραζιλιάνος πορτιέρο αποτελεί τον ορισμό της έννοιας «εξιλαστήριο θύμα», είναι ότι δεν τον άφησαν ποτέ να ξεχάσει.
Όπως είπε πάλι ο ίδιος, περίπου 20 χρόνια μετά τον οδυνηρό τελικό, έζησε τη χειρότερή του στιγμή όταν βρισκόταν σε ένα μαγαζί και μόλις τον αντιλήφθηκε μια γυναίκα, είπε στο γιο της «Τον βλέπεις αυτόν αγόρι μου; Αυτός ‘κρέμασε’ τη Βραζιλία».
Το 1993, 43 χρόνια μετά τον τελικό, του απαγορεύτηκε να σχολιάσει έναν αγώνα της Βραζιλίας σε τηλεοπτική του μετάδοση, ενώ ο προπονητής, Μάριο Ζαγκάλο, τον είχε διώξει από την προπόνηση Βραζιλίας, στην οποία είχε πάει ως επισκέπτης, για να μη φέρει γρουσούζικη αύρα στην ομάδα.
«Η μεγαλύτερη τιμωρία στη Βραζιλία είναι 30 χρόνια φυλακή, αλλά εγώ πληρώνω για κάτι που δεν είμαι υπεύθυνος, 50 χρόνια τώρα», είχε πει ο Μπαρμπόζα.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε στο σπίτι της κουνιάδας του, με μόνο εισόδημα μια μικρή σύνταξη. Λίγο πριν ξεψυχήσει, στις 7 Απριλίου 2000, ψέλλισε για τελευταία φορά το μεγάλο του παράπονο: «Δεν έφταιγα εγώ, δεν έπαιζα μόνος μου, ήμασταν 11».
Πέθανε πάμπτωχος, από καρδιακή προσβολή, με τον ίδιο τρόπο που πέθαναν και κάποιο φίλαθλοι από το γκολ που δέχτηκε, την αποφράδα μέρα εκείνου του Ιούλη, το 1950.
Το «Maracanazo» δεν ήταν απλώς μια απώλεια τροπαίου, αλλά η «Χιροσίμα» της Βραζιλίας, όπως τη χαρακτήρισε ο συγγραφέας Νέλσον Ροντρίγκες.
Παρά τα πέντε Παγκόσμια Κύπελλα που κατέκτησαν, οι Βραζιλιάνοι δεν θα ξεχάσουν ποτέ, μα ποτέ, το τραύμα που γέννησε στην ψυχή τους, η ήττα από την Ουρουγουάη στο Μαρακανά αλλά και τους ανθρώπους που έβαλαν τέλος στη ζωή τους, μη μπορώντας να αντέξουν το πόνο.