Άντιτς: «Σήμερα οι παίκτες είναι μπλόγκερς, εγώ έμενα σε ένα δωμάτιο που ένας παππούς ουρούσε στο ασανσέρ»
Ιστορίες από τις δύσκολες εποχές που ήταν αθλητής μοιράστηκε ο Πέρο Άντιτς, κάνοντας παράλληλα κριτική στους σύγχρονους μπασκετμπολίστες.
Ο Πέρο Άντιτς παραχώρησε μεγάλη συνέντευξη στην οποία είχε τον ρόλο... του κριτή. Ο πολύπειρος πρώην σταρ του ευρωπαϊκού μπάσκετ, αναφέρθηκε στις δύσκολες στιγμές της καριέρας του, στις οποίες χρειαζόταν να παίξει ως τραυματίας, με σπασμένο πόδι, ενώ έκανε και αναφορά στον τρόπο που πλέον οι μπασκετμπολίστες της σύγχρονης εποχής, αντιμετωπίζουν τα πράγματα.
Ο πρώην παίκτης του Ολυμπιακού, αναφέρθηκε στην περίοδο που αγωνιζόταν στον Ερυθρό Αστέρα, όπου και κλήθηκε να αγωνιστεί σε ντέρμπι με την Παρτίζαν, την ώρα όπου είχε υποστεί ρήξη συνδέσμων. Και όπως ο ίδιος ξεκαθαρίζει, είχε και 10 χρωστούμενους μισθούς εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, δεν τον ένοιαζε τίποτα, γιατί θα αγωνιζόταν!
«Ο Βουκ είχε ένα CD player, όπου έπαιζαν συνέχεια τραγούδια των οπαδών του Ερυθρού Αστέρα. Όλο το γήπεδο τραγουδούσε, κι ας σου χρωστούσαν δέκα μισθούς. Εγώ, όμως, θα έπαιζα ακόμα και με σπασμένο πόδι. Όπως είχε γίνει όταν επέστρεψα. Είχα πάθει ρήξη συνδέσμων. Έρχεται ο Νεμπόισα Τσόβιτς και μου λέει: "Πέκι, πρέπει να παίξεις κόντρα στην Παρτίζαν, είναι ο Νόβιτσα". Του λέω: "Θα παίξω". Με ρωτάει: "Και πώς θα παίξεις;". Του απαντάω: "Μην ανησυχείς, θα κάνω τα πάντα για να τα καταφέρω."».
Στη συνέχεια της συνέντευξης, ο Άντιτς έκανε και την κριτική του, αναφερόμενος στον τρόπο που αντιμετώπιζε ο ίδιος τη ζωή, χαρακτηρίζοντας τους σύγχρονους μπασκετμπολίστες ως... bloggers. Όχι όσον αφορά τα εντός παρκέ επιτεύγματά τους, αλλά το πόσο «καλομαθημένοι» είναι εκτός των τεσσάρων γραμμών. Σε σύγκριση με τον ίδιο, αλλά και με τους μπασκετμπολίστες της εποχής του. Παραθέτοντας μάλιστα μια... ιδιαίτερη ιστορία από το πρώτο διαμέρισμα που έμεινε μόνος του.
«Βλέπεις σήμερα ότι οι παίκτες είναι μπλόγκερ, κάνουν 600 χιλιάδες πράγματα. Εμείς είχαμε μία προπόνηση, έναν αγώνα και μπορούσες να βγεις έξω. Τώρα έχουν σπίτι στο Βελιγράδι, ενώ εγώ έμενα στη Σλαβίγια, σε ένα διαμέρισμα ενός δωματίου, και ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Είχα και μια βεράντα. Δεν είναι ότι δεν έχω ξαναδεί βεράντα, αλλά ήταν πανέμορφη, αδερφέ. Ο παππούς που έμενε στο κτίριο είχε ψυχολογικά προβλήματα, έκανε την ανάγκη του κάθε μέρα στο ασανσέρ και μπορούσες να το μυρίσεις. Καταλαβαίνεις με τι πράγματα ήμασταν αντιμέτωποι και πως ζούσαμε».