«Επιασα πάτο, έπινα τα πάντα - Και μετά ήρθε ο καρκίνος» - Η πιο σκοτεινή περίοδος του διάσημου ποδοσφαιριστή
Ο θάνατος του πατέρα του τον οδήγησε στο αλκοόλ και σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής του. Στη συνέχεια, ο Φραντσέσκο Ατσέρμπι ήρθε αντιμέτωπος και με τον καρκίνο.
Πριν γίνει βασικός αμυντικός της Ίντερ και της εθνικής ομάδας της Ιταλίας, ο Φραντσέσκο Ατσέρμπι πέρασε μια περίοδο κατά την οποία όχι μόνο η ποδοσφαιρική καριέρα του, αλλά και η ζωή του η ίδια έμοιαζε να βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ο ίδιος έχει περιγράψει εκείνα τα χρόνια ως μια περίοδο έντονης αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, η οποία συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με τον θάνατο του πατέρα του, Ρομπέρτο, το 2012. Η σχέση τους ήταν ιδιαίτερη: ο πατέρας του τον στήριζε, αλλά ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερα επικριτικός μαζί του. «Ήταν ο μεγαλύτερος θαυμαστής μου, αλλά και ο μεγαλύτερος πόνος στον λαιμό μου» έχει πει ο Ατσέρμπι.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Ο Ατσέρμπι βρισκόταν τότε στη Μίλαν, όμως δεν ακολουθούσε τη ζωή ενός επαγγελματία αθλητή. «Έφτανα στις προπονήσεις έχοντας πιει, χωρίς να έχω συνέλθει από το προηγούμενο βράδυ» είχε παραδεχθεί. Όπως εξήγησε αργότερα, μετά τον θάνατο του πατέρα του «έπιασε πάτο», έχασε το κίνητρό του και άρχισε να πίνει περισσότερο. Σε άλλη συνέντευξή του είχε περιγράψει την κατάσταση ακόμη πιο απλά: «Δεν είχα πια κίνητρο και δεν μπορούσα να παίξω. Ήμουν άρρωστος και έπινα οτιδήποτε».
Η μάχη του Ατσέρμπι με τον καρκίνο
Την ίδια περίοδο, ο Ατσέρμπι είχε φτάσει να σκέφτεται ακόμη και να σταματήσει το ποδόσφαιρο: «Σοβαρά σκεφτόμουν να σταματήσω». Η αλλαγή ήρθε το καλοκαίρι του 2013, όταν, κατά τη διάρκεια των καθιερωμένων ιατρικών εξετάσεων μετά τη μεταγραφή του στη Σασουόλο, οι γιατροί εντόπισαν όγκο στον έναν όρχι. Ο όγκος αφαιρέθηκε άμεσα και ο Ατσέρμπι επέστρεψε στις προπονήσεις, όμως λίγους μήνες αργότερα διαπιστώθηκε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει. Ακολούθησαν τέσσερις κύκλοι χημειοθεραπείας και περίπου δύο μήνες στο νοσοκομείο.
Η δεύτερη διάγνωση ήταν διαφορετική εμπειρία για τον ίδιο. «Από τη μια μέρα στην άλλη βρίσκεσαι ανήμπορος και έκπληκτος και ανακαλύπτεις ότι η ζωή σου μπορεί να αλλάξει για πάντα» είχε δηλώσει. Χρόνια αργότερα, όμως, θα έλεγε κάτι που δείχνει πώς άλλαξε η αντίληψή του για την ασθένεια: «Είναι παράδοξο, αλλά ο όγκος μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία, με έκανε να καταλάβω ποιος ήμουν και τι πραγματικά ήθελα». Σε άλλη συνέντευξη χαρακτήρισε τη χημειοθεραπεία μια «περίοδο πόνου και θάρρους» ενώ τόνισε ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας ξαναβρήκε τη διάθεση να παίξει ποδόσφαιρο.
Υπήρξε, ωστόσο, και μια δύσκολη ψυχολογική στιγμή μετά τη θεραπεία. Ο Ατσέρμπι έχει περιγράψει ένα πρωινό, περίπου έναν χρόνο μετά τη διάγνωση, όταν ξύπνησε με έντονο φόβο και άρχισε να σκέφτεται τις επιλογές που είχε κάνει μέχρι τότε. «Είχα αρχίσει να σκέφτομαι όλες τις ανησυχίες που είχα προκαλέσει στους γονείς μου, όλες τις χαμένες ευκαιρίες και τις νύχτες στα κλαμπ». Εκείνη την περίοδο απευθύνθηκε σε θεραπευτή, ο οποίος, όπως έχει αναφέρει, τον βοήθησε σημαντικά.
Μετά τη θεραπεία, άλλαξε και ο τρόπος ζωής του. Το αλκοόλ σταμάτησε, ενώ η καθημερινότητά του έγινε πολύ πιο πειθαρχημένη.
Όπως έχει πει ότι η ασθένεια τον βοήθησε να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές του. «Είναι σαν να γεννήθηκε μέσα μου ένας νέος Φραντσέσκο». Από εκείνο το σημείο και μετά ακολούθησε μια εντυπωσιακή αγωνιστική πορεία, με τη Σασουόλο, τη Λάτσιο, την Ίντερ και την εθνική Ιταλίας.
Χρόνια αργότερα, όταν ρωτήθηκε για το μήνυμα που θα κρατούσε από όσα πέρασε, ο Ατσέρμπι το έθεσε με χαρακτηριστική απλότητα: «Ποτέ μην τα παρατάς και πάντα να αντιδράς. Μπορεί να πέσεις, αλλά πρέπει κάθε φορά να σηκώνεσαι». Και πρόσθεσε κάτι ακόμη: «Πρέπει να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Η δύναμη να δεχτείς βοήθεια από τους άλλους είναι σημαντική, αλλά όλα ξεκινούν από εσένα».
Η ποδοσφαιρική καριέρα του Ατσέρμπι
Ο Ατσέρμπι άρχισε την επαγγελματική καριέρα του στην Παβία και στη συνέχεια αγωνίστηκε σε Ρενάτε, Σπέτσια, Ρετζίνα και Κιέβο, πριν αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο στη Μίλαν το 2012. Μετά το δύσκολο διάστημα που ακολούθησε, βρήκε σταθερότητα στη Σασουόλο, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους αξιόπιστους αμυντικούς της Serie A.
Το 2018 πήρε μεταγραφή στη Λάτσιο, ενώ το 2022 μετακόμισε στην Ίντερ, με την οποία έφτασε μέχρι τον τελικό του Champions League και κατέκτησε σημαντικούς τίτλους στην Ιταλία. Παράλληλα, φόρεσε τη φανέλα της εθνικής Ιταλίας και συμμετείχε στην κατάκτηση του Euro 2020, σε μια καριέρα που εξελίχθηκε σταδιακά μέχρι το υψηλότερο επίπεδο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.