Η πιο δύσκολη ερώτηση για την Εθνική, μετά τη διακοπή
Ποιο είναι το πιο δύσκολο ερώτημα μετά τα τέσσερα ματς της Εθνικής και ο κόσμος που δεν χειροκρότησε απλώς, αλλά απόλαυσε, κάτι που μάλλον του είχε λείψει. Κι ας μοιάζει οξύμωρο.
Τίποτα δεν ήρθε τυχαία για την Εθνική. Τίποτα δεν το πήρε «τσάμπα». Γιατί κι αυτό που πέτυχε στην παρθενική της συμμετοχή στη League A του Nations League το είχε «προπληρώσει» με τον αποκλεισμό στα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο. «Σηκώθηκε», έφτιαξε ξανά την πληγωμένη της ψυχολογία και απέδειξε πως πήρε το μήνυμα εκείνης της διαδικασίας: κάποιες φορές δεν θα αρκεί το ταλέντο. Θα πρέπει να υποφέρει. Όπως το είπε ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς μετά το 0-0 απέναντι στη Γερμανία: «Η αυτοθυσία μας βοήθησε περισσότερο απ' όλα». Όπως το λένε οι διεθνείς στις δηλώσεις τους ολοένα και περισσότερο, από την αφετηρία αυτού του τρελού 15ημέρου στο ματς με τη Σερβία κι έπειτα.
Ίσως φαντάζει κάπως οξύμωρο να υπάρχει αποθέωση μετά τις εμφανίσεις απέναντι σε Ολλανδία και Γερμανία, όπου το ποδόσφαιρο κατοχής έδωσε την θέση του στο ηρωικό του αθλήματος. Επί χρόνια υπήρξαμε αφοριστικοί ως λαός απέναντι σε αυτό το στυλ και ωθούσαμε την Εθνική να αλλάξει. Ακόμα και σε εποχές που την οδηγούσε σταθερά σε EURO και Μουντιάλ. Θέλαμε το κάτι παραπάνω και απ' όταν η Εθνική επέλεξε αυτό ως ταυτότητα στην εποχή του Ιβάν Γιοβάνοβιτς, εκμεταλλευόμενη το μπρίο και το ταλέντο της νέας γενιάς, ίσως παρασυρθήκαμε, θεωρώντας πως αμέσως αυτά τα στοιχεία θα μακιγιάρουν κάθε αδυναμία μας. Γιατί έχουμε και τέτοιες.
Πολύ απλά και κυνικά, λοιπόν, αυτή τη φορά η Εθνική επέλεξε να κινηθεί και προς τα εκεί, γιατί οτιδήποτε άλλο, θα ήταν σαν να έβλεπε έναν μεγάλο τοίχο και αντί να προσπαθεί να τον ξεπεράσει με κάποιον τρόπο, να παίρνει φόρα και να χτυπάει πάνω του με όλη της τη δύναμη, ελπίζοντας να σπάσει. Κι όπου «τοίχος», γι' αυτήν την περίσταση, γράψτε «Ολλανδία και Γερμανία». Στα προκριματικά του Μουντιάλ, για παράδειγμα, ήταν η Δανία, που ναι μεν ήταν τυχερή για κάποια λεπτά στην έδρα της, απέδειξε δε, πως ήταν πιο έτοιμη από εμάς.
Αυτή τη φορά, λοιπόν, όλοι κοιτάχτηκαν καλύτερα στον καθρέφτη. Γιατί και ο κόσμος δεν χειροκρότησε απλώς αυτό το διαφορετικό, το μαχητικό που βγήκε στο χορτάρι: το απόλαυσε. Σαν να του είχε λείψει από την Εθνική. Αποθεώθηκε ο Τζολάκης για τις μεγάλες επεμβάσεις του, οι Μαυροπάνος, Ρέτσος και Κουλιεράκης για την αυτοθυσία τους, ο Μιχαηλίδης για την κομβική μπαλιά του με τη Σερβία, ο Σάλιακας για τα δάκρυα του, ο Τσιμίκας για το comeback του, ο Βαγιαννίδης για την ενέργειά του, οι Κουρμπέλης, Μασούρας και Ανδρούτσος γιατί απέδειξαν πόσα έχουν να δώσουν, οι Ζαφείρης, Τεττέη και Κυζιρίδης για τις «μάχες» τους, ο Παυλίδης για τον πολυσύνθετο νέο ρόλο του, ο Ιωαννίδης με τον Δουβίκα για τα καθοριστικά γκολ τους, οι Κωστούλας, Καρέτσας και Τζόλης για το κάτι διαφορετικό που έφερναν στο παιχνίδι. Γιατί έτσι συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις. Το πιο δύσκολο είναι να διαλέξεις MVP, γιατί το σύνολο έρχεται σε πρώτο πλάνο.
Είναι δεδομένο πως ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς το δούλεψε με τους διεθνείς, κι αυτοί το δούλεψαν μεταξύ τους. Και τώρα, δείχνουν να έχουν λύσεις για ό,τι χρειαστεί. Όχι για να κερδίζουν κάθε φορά, αλλά με απλά λόγια, για να «ανοίγουν» τις κλειστές άμυνες των μικρών -που θα βρουν στα προκριματικά του EURO- και να σφραγίζουν τη δική τους, όταν θα κληθούν να αντιμετωπίσουν την Ισπανία, τη Γαλλία και όποιο άλλο μεγαθήριο. Πράγμα που είναι ιδιαίτερα πιθανό να γίνει και άμεσα, καθώς με μία νίκη στα επόμενα δύο ματς, είτε με την Ολλανδία εκτός -στο δύσκολο σενάριο- είτε με τη Σερβία εντός -στο πιο βατό- περνάμε στα προημιτελικά του Nations League για τον Μάρτιο. Σίγουρα, ποιος να το έλεγε πριν το πρώτο ματς στις 24 Σεπτεμβρίου. Κοιτώντας προς τα πίσω, όμως, κανείς δεν μπορεί να πει ότι έτυχε. Το γεγονός πως μετά από τέσσερα ματς, υπάρχει τέτοια πολυφωνία για το «ποιος ήταν ο MVP της Εθνικής», το αποδεικνύει.