Η άλλη πλευρά του rotation: Πότε η ξεκούραση επηρεάζει τη συνοχή μιας ομάδας
Είναι τελικά τόσο εύκολο να κάνει ένας προπονητής rotation; Τι κερδίζει και τι χάνει; Ο Τζέικομπ Νίστρουπ αναφέρθηκε στο rotation και το Athletiko αναλύει.
Το rotation θεωρείται πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Τα συνεχόμενα παιχνίδια, τα ευρωπαϊκά ταξίδια και η ανάγκη διαχείρισης ενός μεγάλου ρόστερ κάνουν τις αλλαγές στην ενδεκάδα απαραίτητες για λόγους «φρεσκάδας». Υπάρχει, όμως, μία λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σωστή διαχείριση και στην απώλεια συνοχής.
Ο Τζέικομπ Νίστρουπ το περιέγραψε με τον πιο καυστικό και παραστατικό τρόπο μετά το παιχνίδι του Παναθηναϊκού με την Κηφισιά για το Superbet κύπελλο Ελλάδας. Ο Δανός τεχνικός, αφού αρχικά διατήρησε τους Ινιάκι Πένια και Στέφαν Ντε Φράι στην ενδεκάδα (παίζουν συνεχόμενα παιχνίδια οι δυο τους), θυμήθηκε πως στο παρελθόν, όταν βρισκόταν στην Κοπεγχάγη, είχε αλλάξει οκτώ ή εννέα παίκτες σε ένα παιχνίδι όπου με νίκη η ομάδα του θα έπαιρνε το «εισιτήριο» για έναν τελικό, όμως εντέλει τα... «γ@@@@@ όλα», όπως είπε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ήττα, τότε, της ομάδας του. Για τον ίδιο, το rotation χρειάζεται πάνω απ’ όλα μέτρο. Και η αλήθεια είναι ότι έχει λογική αυτό.
Η λογική είναι απλή. Όταν αλλάζουν ταυτόχρονα επτά, οκτώ ή εννέα ποδοσφαιριστές, δεν διαφοροποιούνται απλώς τα πρόσωπα σε μία ομάδα. Χάνονται αυτοματισμοί, αλλάζουν οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών, επηρεάζεται ο συγχρονισμός στο πρέσινγκ και πολλές φορές εξαφανίζεται η χημεία που έχει χτιστεί μέσα από συνεχόμενα παιχνίδια.
Κάθε παίκτης είναι ξεχωριστή οντότητα, έχει διαφορετικά προτερήματα και ελαττώματα και λειτουργεί διαφορετικά και δουλειά του προπονητή, μέσω εντολών και όσα «δουλεύονται» στις προπονήσεις, είναι να βρει τις κατάλληλες «σχέσεις» μέσα στην ομάδα. Κάποια σχήματα και κάποιοι παίκτες μπορεί να λειτουργήσουν, κάποια άλλα όχι. Δεν σημαίνει ότι ένας παίκτης μπορεί να παίξει στη μεσαία γραμμή, αυτομάτως θα ταιριάξει με έναν άλλον ποδοσφαιριστή που θα παίξει στη μεσαία γραμμή και ούτω καθεξής.
Αυτός είναι και ο λόγος που ακόμη και σε παιχνίδια κυπέλλου, οι προπονητές διατηρούν στο αρχικό σχήμα μερικούς από τους βασικούς τους ποδοσφαιριστές. Πρέπει να υπάρχει μια κάποια σχετική ομοιογένεια. Πότε μπορεί να διαφοροποιηθεί αυτό; Όταν ένας προπονητής βρίσκεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα σε μια ομάδα και θεωρεί ότι έχει εμφυσήσει τη φιλοσοφία του σε περισσότερους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι θα μπορέσουν να υπηρετήσουν το πλάνο του. Τότε ναι, είναι πιο λειτουργικό να αλλάξεις μέχρι και μια ολόκληρη ενδεκάδα, αν ευνοεί και η συνθήκη του αντιπάλου (παιχνίδι κυπέλλου με ομάδα χαμηλότερης κατηγορίας και δυναμικής). Ειδικά πάντως σε «νέες» ομάδες, σε ομάδες που «χτίζονται», το ολικό rotation δύσκολα λειτουργεί.
Το πρόσφατο παράδειγμα της Μίλαν του Αμορίμ
Ένα διαφορετικό, αλλά πρόσφατο παράδειγμα έδωσε η Μίλαν απέναντι στην Μπενφίκα. Ο Ρούμπεν Αμορίμ έκανε πέντε αλλαγές σε σχέση με την ενδεκάδα του 2-2 με τη Λάτσιο τέσσερις ημέρες νωρίτερα. Εκτός αρχικού σχήματος έμειναν οι Γκίλα, Μόντριτς, Ραμπιό, Εστουπινιάν και Λόφτους-Τσικ, με τους Τερατσιάνο, Μούσα, Τζάσαρι, Μπαρτεσάγκι και Χάτσινσον να παίρνουν τις θέσεις τους.
Η επιλογή δεν ήταν παράλογη. Ο Αμορίμ είχε ήδη εξηγήσει ότι ο 40χρονος Μόντριτς χρειάζεται διαχείριση, ενώ μετά την ήττα αποκάλυψε πως ο Ραμπιό προερχόταν από το πρώτο του γεμάτο 90λεπτο και υπήρχαν επίσης περιορισμοί στη διαχείριση των Πούλισικ και Μορέιρα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται σε αυτό που ακολούθησε στο γήπεδο. Η Μίλαν είχε 60% κατοχή, 17 τελικές έναντι 11, 10 κόρνερ έναντι μόλις ενός και 41 επαφές στην αντίπαλη περιοχή έναντι 17. Κι όμως, δεν δημιούργησε ούτε μία καταγεγραμμένη μεγάλη ευκαιρία και έμεινε στα 0,99 xG. Η Μπενφίκα, με μόλις 40% κατοχή και 0,62 xG, ήταν πολύ πιο αποτελεσματική και νίκησε 2-0.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν ότι οι Πορτογάλοι κέρδισαν 57 μονομαχίες έναντι 39, έκαναν 16 τάκλιν έναντι 6 και 10 κλεψίματα έναντι τριών. Η Μίλαν κυκλοφορούσε την μπάλα, αλλά δυσκολευόταν να δημιουργήσει πραγματικά ρήγματα προς την αντίπαλη εστία. Ο ίδιος ο Αμορίμ παραδέχθηκε μετά το ματς ότι η ομάδα του είχε κατοχή χωρίς να δημιουργεί προβλήματα, δεν έβρισκε αρκετή δημιουργικότητα κοντά στην περιοχή και κανείς δεν μπορούσε να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, ειδικά στη «πλάτη της», όπως ανέφερε.
Αυτό ακριβώς είναι και το λεπτό σημείο του rotation. Δεν χρειάζεται να αλλάξουν δέκα παίκτες για να χαθεί η ισορροπία. Αν οι αλλαγές αφορούν ταυτόχρονα τον άξονα, τη δημιουργία και τις πλευρές, μία ομάδα μπορεί να κρατά την μπάλα και να παράγει αριθμούς, χωρίς να διατηρεί την ίδια χημεία, ταχύτητα στις συνεργασίες και «καθαρότητα» στις αποφάσεις της στον αγωνιστικό χώρο.
Το πραγματικό στοίχημα για κάθε προπονητή, λοιπόν, δεν είναι αν θα κάνει rotation, αλλά πόσο. Η ξεκούραση μπορεί να φρεσκάρει μία ομάδα. Αν ξεπεραστεί το όριο, όμως, μπορεί να την κάνει να μοιάζει σαν να παίζει για πρώτη φορά μαζί. Κι αυτό, συνήθως, δεν λειτουργεί. Και ο Τζέικομπ Νίστρουπ το ξέρει, πλέον, καλά και έχει την εμπειρία να το διαχειριστεί.