Η αρετή της υπομονής: Πώς ο «αντιστάρ» Ουνάι Σιμόν έφτασε στη κορυφή του κόσμου

Χωρίς μεταγραφές εκατομμυρίων, χωρίς τη λάμψη των κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων, αλλά με αφοσίωση στην Αθλέτικ Μπιλμπάο και δύο ονειρεμένα καλοκαίρια με την Ισπανία.

Ο Ουνάι Σιμόν κορυφαίος τερματοφύλακας του 2026 / Πηγή: Imago
Ο Ουνάι Σιμόν κορυφαίος τερματοφύλακας του 2026 / Πηγή: Imago

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

«Θα ήθελα να γίνω ο καλύτερος τερματοφύλακας στον κόσμο, αλλά να το καταφέρω ως παίκτης της Αθλέτικ Μπιλμπάο». Ήταν Μάιος του 2024 όταν ο Ουνάι Σιμόν ξεστόμιζε αυτά τα λόγια, λίγο μετά την ανανέωση του συμβολαίου του με τους Βάσκους. Δύο χρόνια και πέντε μήνες αργότερα, ο Ισπανός τερματοφύλακας παραλάμβανε στο Λονδίνο το βραβείο «Γιασίν», έχοντας αναδειχθεί κορυφαίος γκολκίπερ στον κόσμο για το 2026.

Σε μια εποχή που η καταξίωση ενός ποδοσφαιριστή συνδέεται συχνά με πανάκριβες μεταγραφές, τεράστια συμβόλαια και τη διαρκή προβολή, ο Σιμόν ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Δεν φόρεσε τη φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης, της Μπαρτσελόνα ή κάποιου αγγλικού μεγαθηρίου. Δεν αναζήτησε ποτέ την αναγνώριση μέσα από μια μεταγραφή. Προτίμησε να μείνει εκεί όπου μεγάλωσε ποδοσφαιρικά και να περιμένει τη δική του στιγμή. Ακόμη κι αν η αρχή ήταν δύσκολη, ακόμη κι αν στα 21 του ήταν δανεικός και δεν υπολογιζόταν από την αγαπημένη του ομάδα. Στα 29 του παραμένει στο «Σαν Μαμές» κι είναι ένα από τα αγαπημένα παιδιά της κερκίδας. 

Μπορεί να μην είναι ο πιο εντυπωσιακός τερματοφύλακας του κόσμου, είναι όμως σίγουρα μέσα στους πιο αξιόπιστους που υπάρχουν κι απέδειξε ότι δεν χρειάζεται να είσαι «σταρ» για να φτάσεις στη κορυφή. Εμεινε πιστός στην αγαπημένη του Αθλέτικ Μπιλμπάο κι έφτασε στη κορυφή του κόσμου, τόσο με την εθνική Ισπανίας, όσο και σε ατομικό επίπεδο.

Από τέταρτος τερματοφύλακας, κορυφαίος στον κόσμο

Η ιστορία του Σιμόν ξεκινά από τις ακαδημίες της Αθλέτικ, στις οποίες εντάχθηκε τη σεζόν 2011/12, σε ηλικία 14 ετών. Η εξέλιξή του μόνο εύκολη δεν ήταν, αφού το καλοκαίρι του 2018, σε ηλικία 21 ετών, βρισκόταν τέταρτος στην ιεραρχία των τερματοφυλάκων και παραχωρήθηκε δανεικός στην Έλτσε. Μόλις 20 ημέρες αργότερα, ωστόσο, όλα άλλαξαν. Η μεταγραφή του Κέπα Αριθαμπαλάγα στην Τσέλσι, ο τραυματισμός του Ιάγο Ερερίν και οι εξελίξεις με τον Άλεξ Ρεμίρο (πήρε μεταγραφή στην Ουέσκα κι αργότερα κατέληξε στη μισητή αντίπαλο, την Ρεάλ Σοσιεδάδ) ανάγκασαν την Αθλέτικ να ανακαλέσει τον δανεισμό του. Στις 20 Αυγούστου πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα, αρχίζοντας σταδιακά να εδραιώνεται κάτω από τα δοκάρια.

Ο Ουνάι Σιμόν με την φανέλα της Ισπανίας / Πηγή: Imago
Ο Ουνάι Σιμόν με την φανέλα της Ισπανίας / Πηγή: Imago

Η σχέση του με τον σύλλογο ξεπερνούσε από νωρίς τα στενά επαγγελματικά όρια. Το 2020 ανανέωσε χωρίς ρήτρα αποδέσμευσης, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα υπέγραψε νέο συμβόλαιο μέχρι το 2029, ξανά χωρίς ρήτρα. Μια επιλογή με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς ουσιαστικά... παρέδωσε το μέλλον του στον σύλλογο που τον ανέδειξε.

Η ανταμοιβή δεν άργησε. Τη σεζόν 2023/24 κατέκτησε το βραβείο Θαμόρα (το βραβείο για τον κορυφαίο τερματοφύλακα στην La Liga), δεχόμενος 33 γκολ σε 36 αγώνες πρωταθλήματος, με μέσο όρο 0,92 ανά παιχνίδι. Έγινε έτσι ο πρώτος τερματοφύλακας της Αθλέτικ μετά τον θρυλικό Χοσέ Άνχελ Ιριμπάρ, το 1970, που πανηγύρισε τη συγκεκριμένη διάκριση.

Όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Ουνάι Σιμόν έχει πραγματοποιήσει 273 συμμετοχές με 88 cleansheet με την πρώτη ομάδα της Αθλέτικ, έχοντας πανηγυρίσει ένα κύπελλο κι ένα σούπερ καπ Ισπανίας, ενώ με την εθνική Ισπανίας έχει 69 συμμετοχές με 31 cleansheet, κατακτώντας ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Euro κι ένα Nations League. Όχι κι άσχημα!

Τα δύο καλοκαίρια που άλλαξαν τα πάντα

Εκεί όπου η καριέρα του απογειώθηκε, πάντως, ήταν η εθνική Ισπανίας. Είχε προηγηθεί η κατάκτηση του Nations League το 2023, όταν απέκρουσε δύο πέναλτι στον τελικό απέναντι στην Κροατία, για να ακολουθήσει το Euro του 2024.

Στα γήπεδα της Γερμανίας αγωνίστηκε σε έξι αναμετρήσεις, πραγματοποιώντας 14 αποκρούσεις, διατηρώντας δύο φορές ανέπαφη την εστία του και δεχόμενος συνολικά τέσσερα γκολ. Η Ισπανία κατέκτησε το τρόπαιο επικρατώντας της Αγγλίας με 2-1 στον τελικό, με τον Σιμόν να προσθέτει τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης στο παλμαρέ του. Ακόμη πιο εντυπωσιακά ήταν όσα ακολούθησαν στο Μουντιάλ του 2026. Ο Ισπανός αγωνίστηκε και στα οκτώ παιχνίδια της διοργάνωσης, αφήνοντας στον πάγκο τον Νταβίντ Ράγια (μέσα στους κορυφαίους τερματοφύλακες του κόσμου), κράτησε επτά φορές το μηδέν και δέχθηκε μόλις ένα γκολ, από τον Σαρλ Ντε Κετελάρε στον προημιτελικό με το Βέλγιο.



Παράλληλα, συμπλήρωσε 650 συνεχόμενα λεπτά χωρίς να δεχθεί γκολ σε Παγκόσμιο Κύπελλο, καταρρίπτοντας το προηγούμενο ρεκόρ των 517 λεπτών του Βάλτερ Τζένγκα. Η Ισπανία επικράτησε της Αργεντινής με 1-0 στην παράταση του τελικού και κατέκτησε το δεύτερο Μουντιάλ της ιστορίας της, με τον Σιμόν να παραλαμβάνει το Χρυσό Γάντι της διοργάνωσης. Ο Ντε Λα Φουέντε τον εμπιστεύτηκε κυρίως λόγω των εξαιρετικών του τοποθετήσεων κάτω από τα δοκάρια, αλλά και των πολύ καλών του επαφών με τη μπάλα στα πόδια. Αποπνέει σιγουριά, έχει «δέσει» με την υπόλοιπη άμυνα και ο κόουτς των Ισπανών δεν ήθελε να «σπάσει» αυτή τη «χημεία» που είχε δημιουργηθεί.

Το 2024 είχε τερματίσει δεύτερος στην ψηφοφορία για το βραβείο «Γιασίν», πίσω από τον Εμιλιάνο Μαρτίνες. Το 2026, όμως, δεν υπήρχε κανείς μπροστά του. Και κάπως έτσι, ένας τερματοφύλακας που δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως ο απόλυτος ποδοσφαιρικός σταρ, έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης και του κόσμου μέσα σε δύο καλοκαίρια, χωρίς να εγκαταλείψει την ομάδα που τον ανέδειξε.

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ