Η χιλιοταλαιπωρημένη πατρίδα του Μάριους για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα
O Μουαντιλμαντζί έγινε η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του Τσαντ, όμως πίσω στη χώρα του τα πράγματα δεν είναι και τόσο λαμπερά.
O Ολυμπιακός στο καλοκαιρινό, μεταγραφικό παζάρι της φετινής σεζόν έκανε ρεκόρ αγορών ξοδεύοντας κάτι περισσότερο από 76 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση του. Μέσα σε αυτό το ποσό και τα 7 εκατομμύρια (+2 εκατομμύρια μπόνους) που δόθηκαν στην τουρκική Σαμσουνσπόρ για τον επιθετικό από το Τσαντ, Μάριους Μουαλντιμαντζί. Πρόκειται για τον πρώτο ποδοσφαιριστή από τη συγκεκριμένη χώρα που «πιάνει Λιμάνι» όχι όμως και τον πρώτο στην Ελλάδα.
Ο Μάριους πέτυχε στη ζωή του, παρά το γεγονός πως χρειάστηκε να ξεκινήσει την καριέρα του με 400€ το μήνα, καθώς το ποδόσφαιρο του πρόσφερε διέξοδο και ένα lifestyle που οι περισσότεροι συμπατριώτες του δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν. Ωστόσο, ακόμη κι αυτός δεν μπορεί να ξεφύγει από το σκοτεινό παρελθόν και το αβέβαιο παρόν της πατρίδας του…
Μια άγνωστη και εσωστρεφής χώρα
Πόσα ξέρουμε όμως για τη χώρα καταγωγής του Μάριους, το Τσαντ; Η αφρικανική χώρα με το περίεργο όνομα, το οποίο πήρε από την ομώνυμη λίμνη, είναι πραγματικά μια «terra incognita» για τους περισσότερους από εμάς.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η χώρα βρίσκεται στην Κεντρική Αφρική συνορεύοντας με τη Λιβύη στο βορρά, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία στο νότο, το Σουδάν στα ανατολικά και τη Νιγηρία, το Καμερούν και το Νίγηρα στα δυτικά. Είναι η 5η μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής και μία από τις έντεκα στις οποίες εκτείνεται η έρημος Σαχάρα. Η σημαία της είναι σχεδόν ίδια με της Ρουμανίας, τρεις κάθετες ρίγες σε μπλε, κίτρινο και κόκκινο χρώμα. Μπλε για την ελπίδα αλλά και για τη Λίμνη Τσαντ, κίτρινο για την έρημο Σαχάρα και κόκκινο για το αίμα που χύθηκε στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τη Γαλλία. Έχει διπλάσιο πληθυσμό (περίπου 20 εκατομμύρια κάτοικοι) από την Ελλάδα και σχεδόν το 10% του πληθυσμού αυτού κατοικεί στην πρωτεύουσα Ντζαμένα. Επίσημες γλώσσες του κράτους αναγνωρίζονται τα γαλλικά, πράγμα απολύτως λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι αποτέλεσε για 60 χρόνια (1900-1960) γαλλική αποικία, και τα αραβικά.
Η ανεξαρτητοποίηση από την αποικιοκρατικη Γαλλία τον Αύγουστο του 1960 χαιρετίστηκε με χαρές και πανηγύρια από το λαό του Τσαντ, ωστόσο η χώρα δεν «συναντήθηκε» ποτέ με τη δημοκρατία, περνώντας από τα χέρια του ενός αιμοσταγούς δικτάτορα σε αυτά του επόμενου.
Μονοκομματισμός και πρόεδροι που προσπαθούσαν να μείνουν στην καρεκλα μέχρι το… θάνατο, καταστροφικοι εμφύλιοι πόλεμοι, πραξικοπήματα και δολοφονίες προέδρων, «ο Πόλεμος των Toyota» με τη Λιβύη, διαδοχή πατέρα από γιο χωρίς εκλογές.
Δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση πως υπό αυτές τις συνθήκες το Τσαντ κατέληξε να είναι μια εσωστρεφής χώρα, αποκομμένη από την διεθνή κοινότητα. Χωρίς πολλούς γνωστούς εκπροσώπους σε τέχνες και αθλητισμό, με σχεδόν μηδενικό τουρισμό και περιορισμένες εμπορικές συναλλαγές με τη Δύση, για πολλούς είναι μια χώρα-«φάντασμα».
Ατελείωτες εσωτερικές συγκρούσεις, ο πόλεμος έγινε δεύτερη «φύση» του
Η αποχώρηση των Γάλλων από τα εδάφη του Τσαντ δεν έλυσε ως δια μαγείας τα προβλήματα του λαού του. Η κοινωνική σύσταση της χώρας συγκροτείται από περισσότερες από 200 εθνικότητες, οι οποίες έχουν διαφορές μεταξύ τους σε θρησκεία, γλώσσα και κουλτούρα. Ήταν δεδομένο πως οι πολυπληθέστερες κοινωνικές ομάδες θα ανταγωνίζονταν άμεσα για την εξουσία στη χώρα.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το Τσαντ μπήκε σε έναν μακρύ κύκλο εξεγέρσεων και εμφυλίων πολέμων, με έντονη διάσταση μεταξύ του κυρίως μουσουλμανικού βορρά και του χριστιανικού νότου. Η πολιτική αστάθεια έγινε ουσιαστικά μόνιμο χαρακτηριστικό του κράτους.
Ο λαός του Τσαντ έζησε πραγματικά κάθε φρικτή κατάσταση ως το θύμα απολυταρχικών καθεστώτων και αδίστακτων πολιτικών ανδρών που διψούσαν για εξουσία. Και φυσικά δεν υπήρξε ποτέ κατ’ ουσία ανεξάρτητος καθώς η Γαλλία στην αρχή και οι ΗΠΑ στη συνέχεια δεν δίσταζαν κατα καιρούς να επεμβαίνουν ωμά στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Το Τσαντ βίωσε τρία διαφορετικά, δικτατορικά καθεστώτα. Αρχικά, αυτό του Φρανσουά Τομπαλμπαγιέ που διήρκησε για 15 χρόνια και τελείωσε μετά από πραξικόπημα και τη δολοφονία του. Η χώρα πέρασε μια σκοτεινή περίοδο εμφυλίου πολέμου που κράτησε για 12 χρόνια. Το χάος στο Τσαντ προσπάθησε να εκμεταλλευτεί η Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι ώστε να επεκταθεί εδαφικά εγκαθιστώντας στρατό στο βορρά του Τσαντ. Όμως ο ηγέτης παραστρατιωτικών οργανώσεων, Χισέν Χαμπρέ, συγκέντρωσε δυνάμεις και αντιμετώπισε αποτελεσματικά τα στρατεύματα της Λιβύης. Πως τα κατάφερε; Αξιοποιώντας τα… τζιπ της Toyota, που του παρείχε η Γαλλία! Τα τζιπ επιτάχυναν την μετακίνηση των στρατιωτών του στην έρημο και έγειραν την πλάστιγγα υπέρ τους.
Αυτός βέβαια, δεν κατάφερε να μακροημερεύσει. Μετά από 3 χρόνια διεφθαρμένης διακυβέρνησης, γεμάτα από αδιανόητη βία, κατάφορες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεκάδες χιλιάδες δολοφονίες πολιτών, τον έριξε ο στρατηγός του, Ιντρίς Ντέμπι. Η χώρα αρχικά ανάσανε καθώς ο Ντέμπι υπέγραψε κάποιες συμφωνίες ανθρωπιστικής βοήθειας με διεθνείς οργανισμούς, επέτρεψε συνταγματικά την ίδρυση κομμάτων και προανήγγειλε ελεύθερες εκλογές. Τα παραπάνω αποδείχθηκαν παραπέτασμα καπνού, καθώς ο Ντέμπι εξελίχθηκε όπως ακριβώς οι προκάτοχοι του με τη διαφορά πως άντεξε 30 ολόκληρα χρόνια στην εξουσία, μέχρι το 2021 όταν και δολοφονήθηκε στο πεδίο της μάχης από αντάρτες!
Αντί για εκλογές, ο γιος του Μαχαμάτ Ντέμπι, ανέλαβε τη διακυβέρνηση για 3 χρόνια επειδή… ήταν ο γιος του και όταν τελικά προκήρυξε εκλογές το 2024, φρόντισε να γίνουν όσο πιο ελεγχόμενα γινόταν ώστε να κερδίσει! Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν χωρίς αποτέλεσμα εκτεταμένη νοθεία και η ζωή στο Τσαντ συνεχίζεται χωρίς η χώρα να έχει γνωρίσει τη δημοκρατία.
Διαλυμένη οικονομία, ακραία φτώχεια, ανύπαρκτες υποδομές
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό οι συνεχείς συγκρούσεις στο εσωτερικό του Τσαντ κατέστησαν αδύνατη τη δημιουργία σταθερών υποδομών. Το οδικό δίκτυο είναι περιορισμένο, ένα μεγάλο μέρος του είναι χωμάτινο ενώ σιδηρόδρομος δεν υπάρχει (!) με τη χώρα να αναγκάζεται να στηρίζεται στα τρένα του γειτονικού Καμερούν.
Σύμφωνα με την πρόβλεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για το 2026, η οικονομία του Τσαντ προβλέπεται να έχει το 17ο χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον πλανήτη (196η οικονομία σε σύνολο 213 χωρών). Το μέσο ετήσιο εισόδημα ενός πολίτη του Τσαντ ανέρχεται περίπου στα 1,300 δολάρια! Για να γίνει μια σύγκριση με την Ελλάδα, το μέσο ετήσιο εισόδημα ενός Έλληνα πολίτη το 2025 σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ ήταν περίπου 25,000€. Τα στοιχεία του ΟΗΕ δείχνουν πως το 40% του πληθυσμού του Τσαντ ζει κάτω από το όριο της φτώχειας! Περίπου 8 εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάζονται να επιβιώνουν ξοδεύοντας λιγότερο από 3 δολάρια την ημέρα!
Περίπου ο μισός πληθυσμός της χώρας δεν έχει στην κατοχή του κινητό τηλέφωνο, μόλις το 13% έχει πρόσβαση σε ίντερνετ ενώ το πιο εξωφρενικό είναι το ζήτημα της πρόσβασης σε ηλεκτρική ενέργεια: το 2023, η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγιζε πως μόλις το 12% του πληθυσμού της χώρας είχε ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του!
Τι διαθέτει το Τσαντ; Πετρέλαιο. Από τις αρχές του 21ου αιώνα η εξόρυξη πετρελαίου στο νότο της χώρας και η εξαγωγή του στο εξωτερικό αποτελεί τη βασική πηγή πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας.
Μικρή αθλητική παράδοση, ανύπαρκτη στήριξη και ελάχιστες επιτυχίες
«Το Τσαντ είναι μια χώρα που δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη στον τομέα του αθλητισμού. Υστερεί σε υποδομές και στην εκπαίδευση σε επίπεδο βάσης. Το ποδόσφαιρο —και ο αθλητισμός γενικότερα— δεν αντιμετωπίζεται πραγματικά με σοβαρότητα». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Μάριους Μουαλντιμαντζί, σε μια αποστροφή του λόγου του σε συνέντευξη του στο γαλλικό Canal+ τον περασμένο Ιούνιο και αντικατοπτρίζουν πλήρως την πραγματικότητα.
Ο αθλητισμός στο Τσαντ αναμενόμενα δεν είναι προτεραιότητα για ένα κράτος που αντιμετωπίζει σημαντικότερες ελλείψεις. Η χώρα δεν έχει καταγράψει ποτέ κάποια μεγάλη επιτυχία είτε σε επίπεδο εθνικών ομάδων είτε σε ατομικές επιδόσεις αθλητών. Ο άλτης του ύψους, Μαχαμάτ Ιντρίς, είναι ο αθλητής που έχει κατακτήσει την υψηλότερη θέση για το Τσαντ σε Ολυμπιακούς Αγώνες (9ος το 1964). Ο Καλτούμα Ναντζίνα είναι ίσως, όμως, ο πιο επιτυχημένος στην ιστορία της χώρας με δύο χρυσά μετάλλια στα 200 και 400 μέτρα στο Αφρικανικό Πρωτάθλημα του 2002. Η εθνική ομάδα μπάσκετ έχει προκριθεί μία και μοναδική φορά σε τελική φάση AfroBasket, όπου αποχαιρέτησε νωρίς με τρεις βαριές ήττες.
Και στο ποδόσφαιρο; Αναμφίβολα, η «στρογγυλή θεά» είναι το πιο δημοφιλές άθλημα της αφρικανικής χώρας αλλά αυτό σίγουρα δεν αντικατοπτρίζεται στο παλμαρέ της. Το Τσαντ έχει κατακτήσει μία φορά το CEMAC Cup. Εντάξει μην φανταστείτε ότι η διοργάνωση είναι και το… Μουντιάλ. Πρόκειται για ένα τουρνουά για τις χώρες της Κεντρικής Αφρικής, στο οποίο μάλιστα μετέχουν μόνο παίκτες από τα εθνικά πρωταθλήματα. Το Τσαντ κέρδισε την έκδοση του 2014 και αμέσως μετά η διοργάνωση καταργήθηκε! Επίσης, το Τσαντ είναι μία από τις δέκα χώρες που δεν έχουν σημειώσει συμμετοχή στο Africa Cup of Nations, πάλαι ποτέ Copa Africa. Ούτε λόγος φυσικά να πλησιάσει ποτέ κοντά στην πρόκριση σε ένα Μουντιάλ.
Παίκτες που έκαναν το άλμα στην Ευρώπη; O Τζάφετ Εντοράμ είναι ασφαλώς η σημαντικότερη προσωπικότητα στην ιστορία του ποδοσφαίρου της χώρας. Ο επιθετικός από το Τσαντ αγωνίστηκε στα γαλλικά γήπεδα με τα χρώματα της Ναντ και της Μονακό για 8 χρόνια σκοράροντας 72 γκολ στη Ligue 1! Μάλιστα με τη Ναντ κατέκτησε το πρωτάθλημα Γαλλίας το 1995 ενώ ένα χρόνο αργότερα έπαιξε και σκόραρε στα ημιτελικά του Champions League κόντρα στη Γιουβέντους! Πέτυχε πράγματα που μοιάζει απίθανο να επαναλάβει οποιοσδήποτε συμπατριώτης του, όπως η συμπερίληψη του στη λίστα των υποψηφίων για τη «Χρυσή Μπάλα» το 1995!
Τον διαδέχθηκε και τον ξεπέρασε τόσο σε συμμετοχές όσο και σε γκολ με την εθνική ομάδα ο «Βασιλιάς Εζέ» ή κατά κόσμον Εζεκιέλ Εντουασέλ που αγωνίστηκε σε Τυνησία, Ρωσία, Τουρκία, Ισραήλ αλλα κατά βάση Ινδονησία όπου παραμένει μέχρι και σήμερα, στα 38 του, κλείνοντας δεκαετία στα γήπεδα της. Ο μια δεκαετία νεότερος Μάριους, μετά και τη μεγάλη μεταγραφή στον Ολυμπιακό, είναι πλέον ο απόλυτος σταρ του ποδοσφαίρου του Τσαντ, όμως μόλις στα 28 του, έχει δηλώσει πως θα απέχει από την εθνική ομάδα ως μέσο πίεσης για να βελτιωθεί η κατάσταση στο ποδόσφαιρο της χώρας.
Ο «πετυχημένος» Μάριους που δεν μπορεί να χαρεί τα αγαθά της ζωής του
«Το Τσαντ έχει πολύ ταλέντο. Αλλά οι παίκτες δεν έχουν προβολή και ευκαιρίες. Οι ποδοσφαιριστές μας έχουν πολλές ικανότητες και θα μπορούσαν εύκολα να πετύχουν σε υψηλό επίπεδο». Με αυτή την ατάκα είχε κλείσει τη συνέντευξη του στο Canal+ ο Μάριους, πλήρως συνειδητοποιημένος ότι προέρχεται από μια φτωχή και ταλαιπωρημένη χώρα που δεν έχει στις προτεραιότητες της τον αθλητισμό.
Η μπάλα έγινε το «όχημα» του για να ξεφύγει από τη μοίρα που επιφυλάσσει η πατρίδα του στους περισσότερους κατοίκους της: εάν δεν σκοτωθείς σε κάποια εμφύλια σύγκρουση, θα αναγκαστείς να ζήσεις σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Ο δρόμος έβγαλε τον Μάριους αρχικά στο Καμερούν, μετά στο Πόρτο, στην Τουρκία και πλέον στον Πειραιά και στην Ελλάδα. Έγινε η ακριβότερη μεταγραφή ποδοσφαιριστή από το Τσαντ, η ζωή του έφτιαξε αλλά εδώ και χρόνια είναι πολύ διαφορετική από τους ανθρώπους της πατρίδας του, την οποία πάντα θα αναφέρει μελαγχολικά στις συνεντεύξεις του. Ή όπως λέει και ο στίχος του ΛΕΞ: «Όσο για εμένα, είμαι εντάξει, μα ό,τι έχω δε φτάνει. Η επιτυχία της αποτυχίας μ' έχει τρελάνει».