Ήρθε η ώρα να ξαναγίνει Αυτοκράτορας
Ο Αλέξης Σαββόπουλος γράφει για την πρόσληψη του Βασίλη Σπανούλη στον πάγκο του Αρη και τι σηματοδοτεί.
Η συμφωνία του Άρη με τον Βασίλη Σπανούλη δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή προπονητική κίνηση. Είναι ένα ακόμη κομμάτι σε ένα παζλ που, όσο περνά ο καιρός, δείχνει να αποκτά σαφές σχέδιο, συγκεκριμένη κατεύθυνση και μπασκετική λογική. Αυτό που στην αρχή ακουγόταν σχεδόν σαν καφενειακή υπερβολή, τελικά υλοποιήθηκε. Και η υλοποίησή του λέει πολλά, όχι μόνο για τον προπονητή που έρχεται, αλλά και για τον οργανισμό που επιχειρεί να ξανασυστηθεί.
Ο μπασκετικός Άρης, υπό τη νέα ιδιοκτησιακή πραγματικότητα του Σιάο και —ας μην κρυβόμαστε, με τη βαρύνουσα παρουσία της οικογένειας Αντετοκούνμπο στο ευρύτερο κάδρο, θυμίζει πλέον έναν οργανισμό που ακολουθεί τα σωστά βήματα ενός σύγχρονου μπασκετικού project. Όχι με κραυγές, όχι με μεγαλοστομίες, όχι με κινήσεις νεοπλουτισμού. Αλλά με χαμηλούς τόνους, μεθοδικότητα και διαδοχικές κινήσεις που δείχνουν πως υπάρχει σχέδιο.
Πρώτα ξεκαθάρισε το ιδιοκτησιακό τοπίο. Έπειτα μπήκε σε διαδικασία τακτοποίησης εκκρεμοτήτων και απαλλαγής από βάρη του παρελθόντος. Η ομάδα καθαρίστηκε από χρέη που για χρόνια λειτουργούσαν ως βαρίδι. Παράλληλα, τιμήθηκε μέχρι τέλους η προσπάθεια που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη σεζόν, χωρίς βιαστικές αποδομήσεις, χωρίς αλαζονεία και χωρίς την ανάγκη να διαγραφεί ό,τι προϋπήρχε για να φανεί πιο λαμπερό το νέο.
Την ίδια στιγμή, μπήκε σε ράγες και το ζήτημα του γηπέδου: του υφιστάμενου, ιστορικού αλλά γερασμένου γηπέδου, της ανακαίνισής του και της λειτουργικής του αναβάθμισης, εφόσον επιτέλους η Πολιτεία ξεμπλοκάρει όσα για χρόνια παραμένουν εγκλωβισμένα στη γραφειοκρατία. Ο Άρης δεν μίλησε απλώς για όραμα. Άρχισε να ακουμπά και τα δύσκολα, πρακτικά ζητήματα ενός σοβαρού οργανισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι ισχυροί συμβολισμοί. Η ταυτόχρονη παρουσία του Νίκου Γκάλη της οικογένειας Αντετοκούνμπο, μαζί με τη μητέρα τους, και του Ρίτσαρντ Σιάο δεν ήταν μια απλή φωτογραφία δημοσίων σχέσεων. Ήταν ένα μήνυμα συνέχειας, ταυτότητας και προοπτικής. Το παρελθόν, το παρόν και μια πιθανή διεθνής διάσταση του μέλλοντος βρέθηκαν στο ίδιο κάδρο.
Πλέον, ήρθε και η κίνηση στο θέμα του προπονητή. Και τι κίνηση… Βασίλης Σπανούλης. Ένας άνθρωπος που δεν κουβαλά μόνο το βάρος του τεράστιου παίκτη, αλλά και το προφίλ ενός προπονητή που ανεβαίνει γρήγορα επίπεδο. Ο Άρης δεν παίρνει απλώς έναν προπονητή. Παίρνει ένα σύμβολο νικητή, έναν άνθρωπο με έντονη προσωπικότητα, ευρωπαϊκή αύρα και τη δυνατότητα να αλλάξει αμέσως την αίσθηση γύρω από τον οργανισμό.
Οταν υπάρχει πλάνο
Αυτό σηματοδοτεί και κάτι ακόμη. Όταν ένας οργανισμός έχει πλάνο, διάθεση, σεβασμό και πραγματική αγάπη για το μπάσκετ, μπορεί να τολμήσει. Μπορεί να ταράξει τα νερά. Όχι με φωνές, όχι με εύκολες υποσχέσεις και όχι με επικοινωνιακές υπερβολές, αλλά με κινήσεις που έχουν περιεχόμενο. Με αποφάσεις που δείχνουν ότι δεν αρκείται στη διαχείριση της καθημερινότητας, αλλά επιχειρεί να αλλάξει το επίπεδο στο οποίο κινείται.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ίσως αλλού. Ο Άρης δείχνει να εξελίσσει ένα καθαρά μπασκετικό πλάνο, έτσι όπως εξελίσσονται τα σοβαρά μπασκετικά projects διεθνώς: ιδιοκτησιακή σταθερότητα, οικονομική εξυγίανση, σεβασμός στη συνέχεια, αναβάθμιση εγκαταστάσεων, ισχυροί συμβολισμοί και επιλογή προπονητή με κύρος και προοπτική. Βήμα-βήμα. Χωρίς να προηγείται η φασαρία του σχεδίου, αλλά το ίδιο το σχέδιο.
Και εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Μέχρι στιγμής, ο νέος Άρης δεν έχει ψελλίσει κουβέντα για την ΕΟΚ, για τον Πρόεδρο της ΕΟΚ, για την Επιτροπή Διαιτησίας, για παρασκήνια, για ισορροπίες και για όλα εκείνα που συχνά καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια από το ίδιο το μπάσκετ. Ενώ έχει ήδη διανύσει χιλιόμετρα στο προσκήνιο, μοιάζει, και πιθανότατα έτσι είναι, να μην έχει διανύσει ούτε μισό μέτρο στο ημίφως.
Και αυτό, για τον Άρη, δεν είναι απλώς επιλογή τακτικής. Είναι ταυτοτικό στοιχείο. Διότι αυτό ήταν, σε μεγάλο βαθμό, και το κλειδί της Αυτοκρατορίας. Ο Άρης μπήκε στο σπίτι κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα επειδή αυτό που έβλεπες στο γήπεδο ήταν αυτό που υπήρχε. Ούτε καμαρίλες, ούτε προστασίες, ούτε εύνοιες, ούτε «δικοί του» πρόεδροι, πάρεδροι, γραμματείς και φαρισαίοι.
Ο Άρης έπαιζε Πέμπτη βράδυ στην Ευρώπη, ταξίδευε Παρασκευή, ενίοτε και Σάββατο πρωί, και αγωνιζόταν Σάββατο απόγευμα για το ελληνικό πρωτάθλημα. Με άλλη ομάδα στην Ελλάδα και άλλη στην Ευρώπη, καθώς η ΕΟΚ απαγόρευε τους ξένους παίκτες στο ελληνικό πρωτάθλημα. Και πάλι στεκόταν όρθιος. Ο Αυτοκράτορας μπήκε στα σπίτια όχι επειδή είχε μηχανισμούς, αλλά επειδή είχε τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου, τον Ρωμανίδη, και τα άλλα παιδιά. Επειδή είχε μπάσκετ. Επειδή είχε αλήθεια.
Οι Αρειανοί γνώριζαν το όνομα του προέδρου των τίτλων, του Χρήστου Μιχαηλίδη, και μέχρι εκεί. Κανείς άλλος στην Ελλάδα δεν το ήξερε. Το πρόσωπο του Άρη ήταν οι παίκτες του, το γήπεδό του, η φανέλα του, ο τρόπος που κέρδιζε, ο τρόπος που ταξίδευε, ο τρόπος που έκανε μια ολόκληρη χώρα να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση κάθε Πέμπτη.
Αν κάτι λοιπόν έχει πραγματική αξία στη σημερινή συγκυρία, δεν είναι μόνο ότι ο Άρης φέρνει τον Σπανούλη. Είναι ότι δείχνει να θυμάται ποιος ήταν όταν έγινε μεγάλος. Όχι ως νοσταλγία, όχι ως μουσειακή αναπαράσταση, αλλά ως αρχή λειτουργίας. Μπάσκετ πρώτα. Οργάνωση πρώτα. Καθαρότητα πρώτα. Και μετά όλα τα υπόλοιπα.
Η συμφωνία με τον Σπανούλη ανεβάζει τον πήχη. Δημιουργεί προσδοκίες, ενθουσιασμό, αλλά και ευθύνη. Γιατί τέτοιες κινήσεις δεν ολοκληρώνονται με την ανακοίνωση. Εκεί αρχίζουν. Ο Άρης πλέον καλείται να αποδείξει ότι δεν έκανε απλώς μια μεγάλη επικοινωνιακή κίνηση, αλλά ότι μπορεί να τη στηρίξει με ρόστερ, δομές, υπομονή και μπασκετική συνέπεια.
Όμως, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αίσθηση είναι πως κάτι δεν γίνεται τυχαία. Κάτι χτίζεται. Και αυτό, για έναν σύλλογο που κουβαλά τόσο μεγάλο παρελθόν αλλά έχει τόσο μεγάλη ανάγκη από ένα κανονικό μέλλον, είναι ίσως σημαντικότερο ακόμη και από την ίδια τη «βόμβα» Σπανούλη.