«Μεγαλύτερο από το ποδόσφαιρο» - Το Κονγκό έχει ραντεβού με την ιστορία και το Μουντιάλ
Οι φίλαθλοι στο Κονγκό περιμένουν εδώ και πολύ καιρό να επανορθώσουν για τα λάθη της μοναδικής τους συμμετοχής σε Παγκόσμιο Κύπελλο το 1974.
Το Κονγκό έχει... ραντεβού με την ιστορία. Η χώρα από την Αφρική αντιμετωπίζει τα ξημερώματα της Τετάρτης (01/04, 00:00) την Τζαμάικα στο Μεξικό με στόχο ένα από τα τελευταία έξι εισιτήρια για το Παγκόσμιο Κύπελλο του καλοκαιριού, όπου θα διεξαχθεί στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό.
Η νίκη για τις «λεοπαρδάλεις» στον τελικό των διηπειρωτικών πλέι-οφ και θα βάλουν τέλος σε μια αναμονή 52 ετών, εξασφαλίζοντας παράλληλα, στην Αφρική έναν 10ο εκπρόσωπο στο φετινό τουρνουά.
«Σίγουρα θα το θεωρούσα το μεγαλύτερο παιχνίδι της ποδοσφαιρικής μου καριέρας», δήλωσε ο αμυντικός της Mπέρνλι, Άξελ Τουανζέμπε, στο «BBC», ενώ ο πρώην αρχηγός Γκάμπριελ Ζακουάνι το χαρακτήρισε «το μεγαλύτερο παιχνίδι στην ιστορία μας».
Αν το Κονγκό νικήσει, περισσότεροι από 110 εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα, καθώς και μια τεράστια διασπορά σε όλο τον κόσμο, θα ελπίζουν αυτή τη φορά τα πράγματα να πάνε καλύτερα απ’ ό,τι στη Δυτική Γερμανία, όταν η χώρα τους αγωνίστηκε ως Ζαΐρ.
Εκείνη η πορεία ξεκίνησε άσχημα με μια ήττα 2-0 από τη Σκωτία, εκτροχιάστηκε με μια ταπεινωτική ήττα 9-0 από τη Γιουγκοσλαβία και κατέληξε σε φάρσα με μια ήττα 3-0 από τη Βραζιλία, η οποία έδωσε μία από τις πιο αξέχαστες στιγμές στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου... όχι για καλό.
«Τι στο καλό έκανε;» ήταν το ερώτημα που έθεσε ο σχολιαστής Τζον Μότσον, όταν ο δεξιός μπακ Εμβέπου Ιλούνγκα έτρεξε από το αμυντικό τείχος και κλώτσησε την μπάλα μακριά, την ώρα που η Βραζιλία ετοιμαζόταν να εκτελέσει ένα φάουλ λίγο έξω από την περιοχή.
Ο ποδοσφαιριστής δέχθηκε κίτρινη κάρτα, αλλά η ζημιά που προκλήθηκε στη φήμη του αφρικανικού ποδοσφαίρου ήταν πολύ μεγαλύτερη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι παίκτες από την ήπειρο δεν γνώριζαν καν τους κανονισμούς του παιχνιδιού.
Πόλεμος, δικτατορία και... ποδόσφαιρο
Όταν προκρίθηκαν το 1974, το Ζαΐρ ήταν μόλις η τρίτη αφρικανική ομάδα που έφτασε σε Παγκόσμιο Κύπελλο, μετά την Αίγυπτο (1934) και το Μαρόκο (1970).
Από τότε, αυτή η τεράστια, πλούσια σε πόρους χώρα, η δεύτερη μεγαλύτερη της Αφρικής σε έκταση και η τέταρτη σε πληθυσμό, αναγκάζεται να παρακολουθεί με ζήλια μικρότερους αντιπάλους όπως η Γκάνα, η Σενεγάλη και η Τυνησία να πραγματοποιούν πολλαπλές συμμετοχές στη μεγάλη γιορτή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Η εξήγηση αποδίδεται στη διαφθορά, την πολιτική αστάθεια και τον πόλεμο, σταθερά στοιχεία από το τέλος της εκμεταλλευτικής αποικιοκρατικής διακυβέρνησης του Βελγίου το 1960.
Η ομάδα του 1974, η οποία ήταν επίσης κάτοχος του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής, είχε την υποστήριξη του προέδρου Moμπότου Σεσε Σέκο, του σκληροπυρηνικού δικτάτορα που διοικούσε τη χώρα από το 1971 έως το 1997, χρησιμοποιώντας την εξουσία του για να συσσωρεύσει τεράστια προσωπική περιουσία, μέρος της οποίας επένδυσε και στο ποδόσφαιρο.
«Ήμασταν στο προεδρικό μέγαρο. Πήγαμε να τον δούμε γιατί ήθελε να μας ενθαρρύνει», θυμόταν ο Καλαμπάι για τον άνθρωπο που χάρισε σε κάθε μέλος της ομάδας που κατέκτησε το AFCON ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο. Το Κονγκό δεν έχει επιστρέψει ποτέ ξανά σε τελικό της μεγαλύτερης διοργάνωσης της Αφρικής.
Η διακυβέρνηση του Μομπότου έληξε λόγω συγκρούσεων, καθώς οι δύο πόλεμοι στο Κονγκό, που διήρκεσαν από το 1996 έως το 2003, εμπλέκοντας εννέα διαφορετικές αφρικανικές χώρες, στοίχισαν έως και έξι εκατομμύρια ζωές.
Οι μάχες συνεχίζονται στα ανατολικά της χώρας, όπου η ανταρτική ομάδα M23 ελέγχει βασικές πόλεις, όπως τη Γκόμα και τη Μπουκάβου, κάτι που ενέπνευσε την ομάδα των Κονγκολέζων να χρησιμοποιήσει την παρουσία της στα ημιτελικά του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 2023 για να απευθύνει κάλεσμα για ειρήνη.
Κατά τη διάρκεια του εθνικού ύμνου, οι παίκτες κάλυψαν το στόμα τους με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο έκαναν χειρονομία σαν όπλο προς τον κρόταφό τους.
Ο επιθετικός της Νιούκαστλ, Γιοάν Ουίσα, είπε τότε ότι ήλπιζε πως η πορεία μέχρι τα ημιτελικά θα είχε βοηθήσει όσους επηρεάστηκαν να «χαμογελάσουν λίγο», ενώ ο Τουανζέμπε περιγράφει το ποδόσφαιρο ως «μια ανάσα φρέσκου αέρα για τη χώρα».