Μέρες αργίας
Υπάρχουν ειδήσεις που δεν διαβάζονται. Δεν περνούν από τα μάτια στο μυαλό, αλλά από το μυαλό κατευθείαν στην καρδιά. Είναι ειδήσεις που δεν ζητούν σχόλιο, δεν αντέχουν ανάλυση, δεν χωρούν σε τίτλους. Απλώς υπάρχουν και αλλάζουν κάτι μέσα σου.
Υπάρχουν ταξίδια που δεν ξεκινούν από έναν τόπο, αλλά από μια ανάγκη. Από μια σιωπηλή παρόρμηση που σε σηκώνει από την καθημερινότητα και σε σπρώχνει να ακολουθήσεις κάτι που αγαπάς χωρίς όρους.
Ξέρω πως θα 'ρθει και δε θα 'μαι όπως είμαι,
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου
Αυτό δεν ήταν ταξίδι αναψυχής. Ήταν προσκύνημα. Θα δίπλωσαν προσεκτικά, σχεδόν με μια ιεροτελεστία, τις σημαίες τους, θα τύλιξαν ευλαβικά τα κασκόλ γύρω από τον λαιμό τους. Και στις τσέπες τα εισιτήρια. Αυτά που δεν θα σκιστούν ποτέ.
Οι φωνές τους θα είχαν αρχίσει να τραγουδούν. Πριν η μέρα χαράξει, το ξεκίνημα του μεγάλου ταξιδιού. Πίσω οι άνθρωποί τους περίμεναν να ακούσουν πόσο κουράστηκαν για να βρεθούν δίπλα στην ομάδα, μα συνάμα και πόσο γεμάτοι νιώθουν που το έκαναν.
Μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι
Η αγάπη τους για την ομάδα δεν ήταν επιδεικτική, αλλά μια σταθερή συντροφιά μέσα στον χρόνο. Μια σχέση που χτίζεται με ήττες, με αναμονή, με πίστη που δεν εξαργυρώνεται πάντα. Η ομάδα είναι σημείο αναφοράς, τρόπος να ανήκεις κάπου.
Μα ο δρόμος δεν ρωτά ποια είναι η ομάδα που αγαπούν, πόσα είναι χιλιόμετρα που άφησαν πίσω τους, πόσες Κυριακές έμαθαν να ζουν για τα ενενήντα λεπτά.
Ο δρόμος απλώς τους «πήρε» και άφησε πίσω του σιωπή. Μια παγωμάρα σαν αυτή που πέφτει όταν σωπαίνει η κερκίδα.
Δε θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει,
δε θα ρωτήσω αναιδώς, πού το κεντρί σου;
Ο δρόμος άνοιγε μπροστά τους ουδέτερος, ξένος, σχεδόν αδιάφορος. Δεν γνώριζε χρώματα, δεν ήξερε από κασκόλ και συνθήματα. Κι όμως, πάνω του χαράχτηκε μια ιστορία που δεν θα σβήσει. Μια ιστορία χωρίς φινάλε, χωρίς επιστροφή.
Μερικά δευτερόλεπτα που καταλαβαίνεις πως κάτι χάθηκε για πάντα και δεν επιστρέφει με καμία νίκη. Ο αέρας βαραίνει, οι φωνές χαμηλώνουν. Δεν τραγουδούν πια. Δεν υπάρχουν συνθήματα. Υπάρχει μόνο το πένθος. Η Τούμπα στέκεται πάντα όρθια, μα τούτη τη φορά μοιάζει να περιμένει κάτι που δεν θα έρθει.
Γονιός δε θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου
καιρός να ζήσουμε παιδί μου, ξημερώνει
Επτά άνθρωποι δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Έφτασαν, όμως, στη μνήμη που θα γίνεται τραγούδι για να σηκωθεί όρθια η Τούμπα, στην αφήγηση που θα περνά από στόμα σε στόμα, στη σιωπή μέχρι να ακουστεί το πρώτο σύνθημα. Θα είναι το δικό τους σύνθημα. Θα είναι το «αδέρφια ζείτε».
Κάθε φορά που θα σηκώνεται ένα κασκόλ, κάθε φορά που η φωνή θα σπάει με έναν λυγμό για μια στιγμή, θα είναι διότι κάποιοι ταξιδεύουν πια αλλιώς.
Κι αν σίγησε η φωνή σου σ’ ακούω να μου μιλάς μου λες στη θύρα 4 πως είσαι εσύ με μ μου λες από τα αστέρια πως τώρα μας κοιτάς, πως χαίρεσαι μαζί μας μαζί μας και πονάς...
Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη
Είναι απώλειες που ενώνουν περισσότερο από κάθε τρόπαιο. Οι άνθρωποι που χάθηκαν στη Ρουμανία δεν έγιναν σύμβολα επειδή το επέλεξαν. Έγιναν διότι κουβαλούσαν κάτι αληθινό: την ανάγκη να ανήκεις, να ταξιδεύεις για κάτι που αγαπάς, να πιστεύεις πως ο δρόμος πάντα θα σε οδηγεί πίσω.
Και αυτή η αλήθεια δεν χάνεται με ένα τέλος. Αντίθετα, ριζώνει.
Δεν χρειάζονται μεγάλες χειρονομίες για να τους θυμόμαστε. Αρκεί μια σιωπή. Αρκεί η σιωπή.
Μια μικρή παύση πριν από το σύνθημα. Και ένα βλέμμα που σηκώνεται ψηλά...
Θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει
όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου.