Μπόσκο Σούταλο: Γρήγορος, τακτικά ευέλικτος και σε καλή ηλικία
Το Athletiko έχει… συλλέξει όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τον Κροάτη κεντρικό αμυντικό που προσθέτει στο ρόστερ του ο Άρης.
Ο Μπόσκο Σούταλο υπήρξε ένα από πολλά υποσχόμενα ταλέντα του Κροατικού ποδοσφαίρου σε νεαρή ηλικία. Σειρά με τον Κβάρντιολ, τον Κοτάρσκι και τον Λόβρο Μάγιερ της ΑΕΚ μεταξύ άλλων, φαινόταν από μικρός ότι θα έκανε καριέρα που δεν θα περιοριζόταν στα στενά όρια της χώρας του. Η αλήθεια είναι - και το έχει παραδεχτεί και ο ίδιος- ότι τα πρώτα του βήματα και η καθιέρωση στην Όσιγιεκ συνέβησαν εξαιρετικά γρήγορα. Έκανε το ντεμπούτο του ως έφηβος και πραγματοποίησε μόλις 30 εμφανίσεις στην πρώτη ομάδα πριν προσελκύσει το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών συλλόγων. Στην ουσία μια καλή χρονιά με την Όσιγιεκ ήταν αρκετή για την πρώτη μεγάλη μεταγραφή και το άλμα στην καριέρα του.
Το καλοκαίρι του 2020, το τμήμα scouting της Αταλάντα (γνωστό ως ένα από τα πιο εξελιγμένα στην Ευρώπη) εντόπισε τον 20χρονο τότε Σούταλο στην Όσιγιεκ. Ο Γκασπερίνι και οι συνεργάτες του είδαν στο πρόσωπό του το ιδανικό «πολυεργαλείο» για το απαιτητικό σύστημα 3-4-3 / 3-5-2 της ομάδας του Μπέργκαμο. Ο Σούταλο ήταν πολυθεσίτης. Μπορούσε να αγωνιστεί τόσο ως δεξιός στόπερ σε τριάδα όσο και ως δεξιός μπακ. Διέθετε εξαιρετικά αθλητικά προσόντα, ταχύτητα στις καλύψεις και επιθετικό στυλ άμυνας στο 1vs1, στοιχεία απαραίτητα για την τακτική της Αταλάντα. Παράλληλα είχε πολύ καλά ποσοστά μεταβιβάσεων και άνεση με την μπάλα στα πόδια για να υπηρετήσει το build-up.
Στις πρώτες του δηλώσεις ως παίκτης της Αταλάντα τον Ιανουάριο του 2020 αλλά και σε μεταγενέστερες αναφορές του, εξήγησε πως δεν περίμενε να αποχωρήσει τόσο νωρίς από την Κροατία, όμως «όταν σου χτυπάει την πόρτα ένας σύλλογος του επιπέδου της Αταλάντα, δεν έχεις πολλά να σκεφτείς, απλά αποδέχεσαι την πρόκληση». Επίσης, είχε εξάρει το επιθετικό στυλ παιχνιδιού της ομάδας του Τζαν Πιέρο Γκασπερίνι.
Η τακτική εκπαίδευση στην Αταλάντα
Το ιταλικό πρωτάθλημα περιγράφεται από πολλούς ως το καλύτερο για την ανάπτυξη αμυντικών. Παίζοντας για την Αταλάντα και στη συνέχεια για την Ελλάς Βερόνα, ο Μπόσκο Σούταλο έμαθε από μερικούς εξαιρετικούς τακτικά προπονητές, ξεκινώντας από τον Τζαν-Πιέρο Γκασπερίνι: «Έφτασα στην Ιταλία σε ένα χαμηλό σημείο. Έμαθα πολλά από τον Γκασπερίνι, έπαιξα με μερικούς πολύ καλούς παίκτες και δούλεψα πολύ στην τακτική. Όταν επέστρεψα στη Ντιναμό, το ένιωσα. Ένιωσα καλύτερα, έπαιξα καλύτερα».
Την πρώτη του σεζόν αγωνίστηκε σε εννιά ματς. Επτά στη Serie A και δυο στο κύπελλο. Για να πάρει παιχνίδια μετακόμισε ως δανεικός στη Βερόνα το καλοκαίρι του 2021 όπου συνεργάστηκε και με τον Τούντορ: «Επέλεξα τη Βερόνα επειδή είναι ένα περιβάλλον όπου ένας νεαρός παίκτης σαν εμένα μπορεί να εξελιχθεί και να πάρει τον χρόνο συμμετοχής που χρειάζεται» είχε αναφέρει στις πρώτες του δηλώσεις εξηγώντας γιατί διάλεξε το 31 στη φανέλα: «Την φόρεσα στην Κροατία, μετά στην Αταλάντα πήρα τον αριθμό 4. Μου αρέσει ο Σέρχιο Ράμος, που φοράει τον αριθμό 4, αλλά ήταν ήδη πιασμένος. Έτσι επέλεξα τον αριθμό 31, που είναι ένας ξεχωριστός αριθμός για μένα».
Η επιστροφή στην Κροατία και τη Ντινάμο Ζάγκρεμπ
Η απόφαση του επαναπατρισμού το καλοκαίρι του 2022, υπογράφοντας στη Ντιναμό Ζάγκρεμπ, δεν εξελίχθηκε όπως ίσως θα περίμενε ο Σούταλο όταν δήλωνε ότι: «Ήρθα στον μεγαλύτερο σύλλογο της Κροατίας, αλλά και ολόκληρης της περιοχής των Βαλκανίων. Το ενδιαφέρον της Ντινάμο υπήρχε εδώ και καιρό και είμαι πολύ χαρούμενος που τελικά ολοκληρώθηκε. Θα δώσω τα πάντα για να πετύχουμε τους στόχους μας». Ο λόγος ήταν οι τραυματισμοί και ένα κάταγμα περόνης που τον κράτησε για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα εκτός δράσης και δεν τον βοήθησε να βρει ρυθμό και πολλά παιχνίδια.
Αυτό έβαλε φρένο και στην κλήση του στην Εθνική Ανδρών της Κροατίας που θεωρούνταν από πολλούς δεδομένη. Εκείνη την εποχή, ο Μπόσκο Σούταλο ήταν ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της εθνικής ομάδας U21 της Κροατίας. Ένα λαμπρό μέλλον είχε προβλεφθεί γι' αυτόν: «Όταν ήμουν αρχηγός της U21, όλοι μου έλεγαν ότι ήμουν ο πρώτος που θα προβιβαζόταν εκεί αν κάποιος δεν ήταν διαθέσιμος για την ανδρική ομάδα. Τώρα, όλοι είναι εκεί εκτός από εμένα. Για να φτάσεις εκεί, χρειάζεσαι σταθερές εμφανίσεις».
Η επανεκκίνηση στη Σταντάρ με Λέκο
Ήταν κάτι που εμμέσως πλην σαφώς παραδέχτηκε και ο ίδιος μετακομίζοντας το 2024 στη Σταντάρ Λιέγης του συμπατριώτη του προπονητή Ιβάν Λέκο, λέγοντας ότι εστίασε στην ανάγκη του για σταθερότητα και ένα νέο ξεκίνημα μετά από μια περίοδο με τραυματισμούς στη Ντινάμο Ζάγκρεμπ: «Είχα δύο δύσκολα χρόνια στο Ζάγκρεμπ. Αλλά στη ζωή, δεν μπορείς να μένεις σε αυτό. Πρέπει να προχωρήσεις μπροστά. Υπάρχουν σκαμπανεβάσματα, ήταν ένα χαμηλό σημείο στη Ντινάμο και ένιωσα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για να κάνω μια αλλαγή. Αναρωτήθηκα τι μπορούσα να αλλάξω, δούλεψα πολύ με έναν ψυχοθεραπευτή και άλλαξα τα πάντα όταν έφτασα εδώ».
Του βγήκε τελικά σε καλό. Έκανε μια γεμάτη χρονιά με 27 ματς αλλά η αποχώρηση του Ιβάν Λέκο που ουσιαστικά τον πήρε στη Λιέγη και η έλευση νέου προπονητή έκανε επισφαλή τη θέση του με συνέπεια να πάει δανεικός στην Πολωνία και την Κρακόβια. Η σκληρότητα του πολωνικού πρωταθλήματος τον βοήθησε να ξαναβρεί τον αγωνιστικό του ρυθμό σε υψηλό επίπεδο όπως έχει πει αν και στην αρχή δυσκολεύτηκε λόγω της επιθετικής φύσης του παιχνιδιού του, αν και αμυντικός. Ζήτημα που τον απασχόλησε αρκετά: «Προσπαθώ να παίζω διαφορετικά από έναν τυπικό αμυντικό, να τρέχω με την μπάλα, να είμαι μέρος της επίθεσης. Αμυντικά, πρέπει να επικεντρωθώ περισσότερο στη φυσική μου πλευρά. Έχω μιλήσει με τους προπονητές και μερικές φορές χάνω πολλά σε αυτές τις εξόδους και τις επιστροφές. Κουράζομαι, δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ και κάνω λάθη. Πρέπει να είσαι σε θέση να αξιολογείς με σύνεση πότε είναι καλύτερο να επιτίθεσαι και πότε να λες στον εαυτό σου: Είσαι αμυντικός, πρέπει να μείνεις. Υπάρχουν άλλοι παίκτες που είναι καλύτεροι στην επίθεση. Δουλεύω πάνω σε αυτές τις αποφάσεις. Ελπίζω να βελτιωθεί με την πάροδο του χρόνου».
Με τον Σούταλο ο Άρης παίρνει ένα ποδοσφαιριστή που έχει πίσω του δυο γεμάτες σεζόν και αγωνίζεται με την ίδια άνεση ως κεντρικός αμυντικός σε 4άδα, ως δεξιός/αριστερός στόπερ σε 3άδα, αλλά και ως δεξιός μπακ-χαφ. Καλύτερα το έχει περιγράψει ο ίδιος ο Γκασπερίνι: «Ο Μπόσκο είναι ένας ποδοσφαιριστής με τεράστια περιθώρια βελτίωσης. Διαθέτει σπάνια αθλητικά προσόντα για την ηλικία του και μπορεί να προσαρμοστεί σε πολλές διαφορετικές διατάξεις στην άμυνα».
Με ύψος 1.88 μ., κυριαρχεί στον αέρα τόσο σε αμυντικές στατικές φάσεις όσο και στις επιθετικές εκτελέσεις κόρνερ ή φάουλ. Διαθέτει υψηλά ποσοστά μεταβιβάσεων (accuracy: 85%), τόσο σε κοντινές πάσες όσο και σε διαγώνιες μεταβιβάσεις αλλαγής παιχνιδιού. Αγαπά να βγαίνει πρώτος στην μπάλα και να κόβει μεταβιβάσεις εκμεταλλευόμενος την ταχύτητά του, πριν ο αντίπαλος επιθετικός υποδεχθεί. «Πρόκειται για έναν αμυντικό σύγχρονης κοπής, εξαιρετικό με τη μπάλα στα πόδια, που δίνει ηρεμία στην ανάπτυξη του παιχνιδιού από την πίσω ζώνη» έχει πει για αυτόν ο προπονητής του στη Ντινάμο Ιγκόρ Γιοβίτσεβιτς.