Ο άνθρωπος που έκανε τη Σαχτάρ να θυμίζει «εθνική Βραζιλίας» εξηγεί στο Athletiko πώς ξεκίνησαν όλα
Στο 2026 μοιάζει σχεδόν φυσιολογικό να αγωνίζονται στη Σαχτάρ περισσότεροι παίκτες από τη Βραζιλία, παρά από την Ουκρανία. Πώς διαμορφώθηκε, όμως, αυτή η διάσημη πια μεταγραφική κουλτούρα της αντιπάλου της ΑΕΚ;
Σαχτάρ και ελληνικό ποδόσφαιρο δεν είναι δύο ξένοι. Όχι μόνο λόγω των αναμετρήσεών της με ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό προ δύο δεκαετιών, με τον Παναθηναϊκό το περασμένο καλοκαίρι ή με την ΑΕΚ στη League Phase του Champions League. Tα τελευταία χρόνια, πολλοί Βραζιλιάνοι από εκείνους που «έφτιαξαν» το όνομά τους στην Ουκρανία με τη φανέλα της, ήρθαν στην Ελλάδα ως ηχηρές μεταγραφές. Οι Μπερνάρ, Τάισον, Γουίλιαν, Άλεξ Τεϊσέιρα και Τετέ αποτελούν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κατηγορίας. Υπό άλλες προϋποθέσεις θα προκαλούσε εντύπωση τόσοι παίκτες από μία ξένη χώρα να διαπρέπουν σε έναν σύλλογο περίπου 10.000 χιλιόμετρα μακριά από αυτή. Στην περίπτωση της Σαχτάρ, όμως; Απολύτως καμία.
Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα οι Βραζιλιάνοι στο ρόστερ της πολλές φορές ξεπερνούν σε αριθμό τους Ουκρανούς. Ακριβώς όπως και φέτος. Η Σαχτάρ που θα βρεθεί στον «δρόμο» της ΑΕΚ το βράδυ της Τετάρτης (14/10, 22:00) έχει 15 Βραζιλιάνους στο ρόστερ της, έναντι 13 Ουκρανών. Αυτοί οι 15 κοστολογούνται στα 129.000.000 ευρώ βάσει Transfermarkt, ενώ όλη η Σαχτάρ στα 197.000.000 ευρώ. Αυτό εξηγεί και κατά ένα μέρος το «γιατί».
Η μεταγραφική πολιτική της Σαχτάρ από το 2008 κι έπειτα είναι ξεκάθαρη: αγοράζει νεαρούς ταλαντούχους Βραζιλιάνους και μέσω της σταθερής παρουσίας της σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ανεβάζει τη χρηματιστηριακή τους αξία και τους πουλά στη συνέχεια στους «γίγαντες» της Ευρώπης. Κάτι που παρέμεινε ακλόνητο παρά τον πόλεμο, από το 2022 κι έπειτα. Πώς ξεκίνησε, όμως, αυτή η διάσημη πια μεταγραφική «κουλτούρα»;
Ο άνθρωπος-κλειδί για τη Σαχτάρ στη Βραζιλία, Λουίζ Γκρέκο, αναλύει στο Athletiko πώς ξεκίνησαν όλα. Είναι αυτός που υλοποίησε το όραμα του Ρινάτ Αχμέτοφ, του ιδιοκτήτη της από το 1996 έως σήμερα, σκανάροντας τη βραζιλιάνικη αγορά και στέλνοντας τα scouting reports. Βήμα-βήμα, λοιπόν, εξηγεί πώς ήρθε η εκτόξευση αγωνιστικά, με κορύφωση την κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA το 2009, αλλά και οικονομικά, με μόνο έξι πωλήσεις Βραζιλιάνων από το 2012 έως σήμερα να αποφέρουν πάνω από 250.000.000 ευρώ στα ταμεία. Γιατί σε αυτή τη διαδρομή, τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
Η εντολή του Αχμέτοφ, μετά την «εντολή» του Λουτσέσκου
Ο πατέρας του Ραζβάν Λουτσέσκου, ο θρυλικός Μιρτσέα που έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2026, λάτρευε τους Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές από τη θητεία του στην Ιταλία των '90s, ως προπονητής των Πίζα, Μπρέσια, Ρετζιάνα και Ίντερ, κατά χρονική σειρά. Όταν ανέλαβε τη Σαχτάρ το καλοκαίρι του 2004, ζήτησε από τον πρόεδρό της να επενδύσει πάνω σε νεαρούς ποδοσφαιριστές από τη «χώρα του καφέ». Κυρίως σε παίκτες από τον χώρο του κέντρου και μπροστά. Γιατί εκτός του ότι παραδοσιακά οι Βραζιλιάνοι έχουν μεγάλα επιθετικά χαρίσματα και προσφέρουν θέαμα, αυτοί είναι και οι παίκτες που πωλούνται πιο ακριβά. Γιατί ο Μιρτσέα Λουτσέσκου «έδειχνε» στον Αχμέτοφ και τον δρόμο ως προς το οικονομικό σκέλος, όχι μόνο το αγωνιστικό.
«Υπήρξα σκάουτερ της Σαχτάρ από το 2008 έως το 2017, προωθώντας reports για τις ικανότητες των παικτών. Το γεγονός πως ο Μιρτσέα Λουτσέσκου παρέμεινε προπονητής της για 12 σερί σεζόν έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Χρόνο με τον χρόνο φτιάχτηκε μία παράδοση, μία "κουλτούρα" ως προς τη μεταγραφική πολιτική του συλλόγου. Φυσικά και οι πωλήσεις πολλών από αυτούς τους παίκτες βοήθησαν πολύ» ανέφερε ο Λουίζ Γκρέκο στο Athletiko. Και ο ισχυρός δεσμός με την αγορά της Βραζιλίας έγινε ακόμα πιο δυνατός το 2010, που ο Λουίς Γκονσάλβες, Πορτογάλος στην καταγωγή και επικεφαλής σκάουτερ της Πόρτο από το 1997, ανέλαβε το ίδιο πόστο στη Σαχτάρ. Ας αναλογιστεί κανείς πως έως την άφιξή του, έντεκα Βραζιλιάνοι είχαν αγωνιστεί στον σύλλογο. Αυτός ο αριθμός πια είναι στους 49!
Οι Βραζιλιάνοι στον «δρόμο» της ΑΕΚ
«Συνεχίζονται τα εβδομαδιαία reports, όπως τις πρώτες ημέρες μου, για τους καλύτερους παίκτες της Βραζιλίας. Φυσικά, το δίκτυο είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο πια, αλλά η Σαχτάρ υπήρξε πρωτοπόρος στην εποχή εκείνη. Το δύσκολο, φυσικά, ήταν να έχεις μάτια παντού. Τα ματς είναι πάρα πολλά. Εγώ με την ομάδα μου και την εταιρεία μου, τη Soccer Express, δεν έπρεπε να σταθούμε μόνο στα τεχνικά, τακτικά και σωματικά χαρακτηριστικά των παικτών. Υπήρχε πολύ ταλέντο στη Βραζιλία. Αυτό που μας ενδιέφερε κυρίως, ήταν να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα στο πώς συμπεριφέρονται ως επαγγελματίες και ποια είναι τα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Υπάρχει ρίσκο φυσικά, γιατί δεν μπορείς να ξέρεις τα επόμενα βήματα ενός ποδοσφαιριστή. Γι’ αυτό και πρέπει να είσαι πολύ ακριβής στην αξιολόγηση νεαρών ποδοσφαιριστών» εξήγησε ο Λουίζ Γκρέκο.
Το 2026 τρεις Βραζιλιάνοι «τσέκαραν» τα κουτάκια των απαιτήσεων της Σαχτάρ και υπέγραψαν στον σύλλογο: οι Μπρουνίνιο (εξτρέμ 18 ετών από την Ατλέτικο Παραναένσε), Ράιαν Ρομπέρτο (εξτρέμ 18 ετών από τη Φλαμένγκο) και Γκάμπριελ Καρβάλιο (εξτρέμ 19 ετών ως δανεικός από την Αλ Καντισίγια). Το ίδιο είχε συμβεί με πέντε συμπατριώτες τους πέρυσι το καλοκαίρι, με έναν εξ αυτών, τον Λούκα Μεϊρέλες, να είναι εκ των πρώτων σκόρερ των Ουκρανών φέτος με τρία γκολ. Ακριβώς όσα έχει και ο Κάουα Ελίας, από τα μεγάλα αστέρια του ρόστερ, μαζί με τον Άλισον και τον Νέβερτον, που έχουν από δύο γκολ και δύο ασίστ έκαστος. «Θα είναι μία σκληρή μάχη. Η ΑΕΚ ανήκει στο κορυφαίο επίπεδο, ενώ γνωρίζω από τα χρόνια μου σε αυτή, τι σημαίνει για τη Σαχτάρ κάθε ματς στο Champions League» συμπλήρωσε ο επί χρόνια σκάουτέρ της στη Βραζιλία.
Οι Βραζιλιάνοι της Σαχτάρ που ήρθαν στην Ελλάδα
«Ντάγκλας Κόστα, Άλεξ Τεϊξέιρα, Φρεντ, Τάισον, Φερνάντο και Μπερνάρ, είναι μόνο μερικοί από αυτούς για τους οποίους εισηγήθηκα στη Σαχτάρ να τους αποκτήσει. Θυμάμαι πως όταν ο Μπερνάρ ήταν στις ακαδημίες της Ατλέτικο, σκέφτηκαν πολλές φορές να τον διώξουν» αποκάλυψε ο Λουίζ Γκρέκο στο Athletiko για να συμπληρώσει: «Κάποιοι επέμειναν να μην φύγει και το 2012, πλάι στον Ροναλντίνιο, υπήρξε καταλυτικός στην κατάκτηση του Copa Libertadores. Ο Τάισον από την άλλη, ήταν στις προτάσεις μου από τότε που έπαιζε στις ακαδημίες της Ιντερνασιονάλ. Πρώτα πήγε στη Μέταλιστ, όμως, και μετά υπέγραψε στη Σαχτάρ».
Κατά «διαβολική» σύμπτωση, ο Μπραντάο, ο πρώτος Βραζιλιάνος που υπέγραψε στη Σαχτάρ εν έτει 2002, ήταν και ο πρώτος αυτής της λίστας που υπέγραψε σε ελληνική ομάδα: στον Λεβαδειακό το καλοκαίρι του 2017. Από την Ελλάδα έφυγε γρήγορα, αλλά από τη Σαχτάρ αποχώρησε ως 5ος σκόρερ της ιστορίας της, με 91 γκολ, ενώ πρώτος παραμένει ένας συμπατριώτης του: ο Λουίζ Αντριάνο με 128.
Επιστρέφοντας στα της χώρας μας, εκτός από όσους προαναφέρθηκαν, τον ίδιο δρόμο με τον Μπραντάο ακολούθησαν οι Λούκας Τέιλορ, Μάρτσιο Ασεβέντο και Μάρκος Αντόνιο στον ΠΑΟΚ, ο Άλεξ Τεϊξέιρα στον Πανσερραϊκό και οι Γουίλιαν (Ολυμπιακός) και Τετέ (Παναθηναϊκός), που ξεχωρίζουν βάσει βιογραφικού και κόστους. Δεν απέδωσαν όλοι το ίδιο ή δεν είχαν την ίδια διάρκεια στην Ελλάδα, αλλά οι περισσότεροι αποτέλεσαν δυνατά χαρτιά για τη Σαχτάρ. Και όχι μόνο. Γιατί πολλοί Βραζιλιάνοι που ανέδειξε στελέχωσαν τη «Σελεσάο» κάποτε. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η αποστολή για το Μουντιάλ του 2018, όπου πέντε από τους 23, είχαν «φτιάξει» το όνομά τους στην Ευρώπη μέσω της Σαχτάρ (Ντάγκλας Κόστα, Φερναντίνιο, Γουίλιαν) ή αγωνίζονταν ακόμα σε αυτή (Φρεντ, Τάισον).
Γιατί λειτούργησε το μοντέλο
«Αν θέλεις να περιορίσεις το ρίσκο, πρέπει να προβλέψεις, να σκεφτείς πώς θα εξελιχθεί στο μέλλον το εκάστοτε ταλέντο. Η Σαχτάρ φρόντισε να φτιάξει τις ιδανικές συνθήκες. Ένα εξαιρετικό προπονητικό κέντρο, καταρτισμένους ανθρώπους, πολύ καλούς μεταφραστές για την επικοινωνία του τεχνικού τιμ με τους ποδοσφαιριστές» τόνισε ο Λουίζ Γκρέκο. Έτσι πέτυχε το εγχείρημα και συνεχίζει να πετυχαίνει, γιατί οι ιθύνοντες έχουν κάτι πολύ βασικό, όπως προκύπτει από τα λεγόμενά του: υπομονή. «Χρειάζονται χρόνο αυτές οι ηλικίες. Δεν έχουν αναπτύξει πλήρως τις δυνατότητές τους οι ποδοσφαιριστές και απαιτείται σωστό πλάνο, το οποίο θα υπηρετηθεί με υπομονή» κατέληξε.
Είναι σαφές, βέβαια, πως τα δεδομένα έχουν αλλάξει για τη Σαχτάρ. Όχι τα τελευταία χρόνια, αλλά ήδη από το 2014 και τον πόλεμο στο Ντονμπάς, όταν άφησε τη φυσική της έδρα. Παρότι δεν προσφέρει τις ανέσεις που συνήθιζε ή μπορούσε παλαιότερα, το «πακέτο» της παραμένει ιδιαίτερα ελκυστικό για κάθε νεαρό Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή. Ο ανταγωνισμός, βέβαια, έχει μεγαλώσει, αφού οι «γίγαντες» που αγόραζαν κάποτε από αυτή, πηγαίνουν κατευθείαν στην πηγή και ψάχνουν για ταλέντα. Έτσι συνέβη στην περίπτωση της Ρεάλ Μαδρίτης με τους Βινίσιους, Ροντρίγκο και Έντρικ ή με τον Εστεβάο της Τσέλσι ή με τον Μαρτινέλι και την Άρσεναλ. Το γεγονός, όμως, πως στη Σαχτάρ πρέπει να έρθουν κοσμογονικές αλλαγές για να μην υπάρχει διψήφιος αριθμός Βραζιλιάνων στο ρόστερ της, δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη και πάντα θα της προσφέρει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Και στο φινάλε, αποδεδειγμένα έχει το know how. Άρα στο μυαλό ενός νεαρού Βραζιλιάνου, θα υπάρχει το εξής απλοϊκό: «αφού πέτυχαν τόσοι εκεί, γιατί όχι κι εγώ;»