Ο μύθος με το «παιδί-θαύμα»: Η εντατική και μακροχρόνια προπόνηση δεν είναι συνταγή επιτυχίας

Η έντονη άσκηση στα σπορ από μικρή ηλικία βοηθάει, αλλά όχι όσο νομίζεις…
Ένας νεαρός παίκτης της Ακαδημίας της Μπαρτσελόνα δίνει συνέντευξη πριν τον αγώνα / Πηγή: Jasper Juinen / Getty Images
Ένας νεαρός παίκτης της Ακαδημίας της Μπαρτσελόνα δίνει συνέντευξη πριν τον αγώνα / Πηγή: Jasper Juinen / Getty Images

To 1991, χρονιά που η Σερβία και το Μαυροβούνιο αποχώρησαν από το κοινοβούλιο της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, γεγονός που ουσιαστικά επιτάχυνε τη διάλυση του γιουγκοσλαβικού κράτους, στο Βελιγράδι, ο τετράχρονος Νόβακ Τζόκοβιτς είχε την πρώτη του -σχεδόν μεταφυσική- εμπειρία με τη ρακέτα του τένις στα χέρια. Τότε την έπιασε πρώτη φορά και από τότε σπανίως την άφησε μόνη της. 

Σε ηλικία 12 ετών, το 1999, εγκατέλειψε την πατρίδα του (όπως προσφάτως για να μετακομίσει στην Αθήνα), ώστε να ενταχθεί σε κορυφαία ακαδημία τένις στη Γερμανία. Εκεί αφιερώθηκε με την ψυχή και το σώμα του, ώστε ακολούθησε τελικά μία πορεία προς την κορυφή του αθλήματος. Μια αξεπέραστη διαδρομή με 24 Grand Slam στην τροπαιοθήκη του, τα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον στην ιστορία του αθλήματος. Μία αξεπέραστη διαδρομή, που φαίνεται πως έμοιαζε να είναι προδιαγεγραμμένη από την πρώιμη παιδική του ηλικία. 

Κι αν νομίζετε πως κάπως έτσι είναι το σενάριο για τους περισσότερους αθλητές των γενεών, σε όλα τα σπορ ή στα περισσότερα, πως γίνονται «αστέρια» επειδή κάποτε ήταν «παιδιά… θαύματα», τότε κάνετε μεγάλο στατιστικό λάθος. Βρίσκεστε στην άλλη άκρη του διαγράμματος.

Η έρευνα που ανατρέπει τα δεδομένα

Μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science» δείχνει ότι η διαδρομή που ακολούθησε ο Τζόκοβιτς είναι η εξαίρεση και όχι ως κανόνας. Και η επιστημονική ομάδα που ανέλαβε την έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κορυφαίοι σε όλους τους τομείς (πέρα και ​​από τον αθλητισμό), τείνουν τελικά να ακολουθούν μια μάλλον διαφορετική πορεία από αυτή που νοητικά είχε διαγραφεί στα πρώιμα στάδια της ζωής τους.

Η συγκεκριμένη μελέτη, με επικεφαλής τον Άρνε Γκίλιχ, αθλητικό επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο RPTU Kaiserslautern-Landau της Γερμανίας, ανέλυσε δεδομένα που αφορούσαν περισσότερες από 34.000 κορυφαίες επιδόσεις ατόμων σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων και αθλητών. Το βασικό της συμπέρασμα ήταν ότι, παρότι πολλοί έφηβοι που προπονούνται εντατικά φθάνουν σε υψηλό αγωνιστικό επίπεδο νωρίς ηλικιακά, σπάνια εξελίσσονται σε πραγματικούς «σούπερ σταρς» ως ενήλικες. 

Αντίθετα, όσοι τελικά φτάνουν στην απόλυτη κορυφή, κατακτούν διακρίσεις και πρωταθλήματα, συνήθως δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα στα πρώτα τους βήματα. Χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αγγίξουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους και τείνουν να διατηρούν ευρύτερα ενδιαφέροντα για μεγαλύτερο διάστημα από το «αναμενόμενο».

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Άρνε Γκίλιχ, όσο και ένας από τους συν-συγγραφείς της εργασίας που δημοσιεύθηκε στο «Science», είναι αθλητικοί επιστήμονες και οι άλλοι δύο είναι ψυχολόγοι. Η προσέγγισή τους είναι ολιστική και τα data που χρησιμοποιούν πολυποίκιλα. 

Ως ένα από τα στοιχεία που αναλύουν είναι ο αθλητισμός ως ένα ιδανικό «εργαστήριο» για τη μελέτη της εξέλιξης της αριστείας. Διότι, πέραν από τα αριθμητικά στοιχεία του παρελθόντος, υπάρχουν άφθονοι εθελοντές με τη μορφή ταλαντούχων νέων που ονειρεύονται μια μεγάλη καριέρα. Οι επιδόσεις τους πλέον, μετριούνται εύκολα, υπάρχουν τα κατάλληλα τεχνολογικά εργαλεία, ενώ ταυτόχρονα ο εντοπισμός μελλοντικών αστέρων είναι ζωτικής σημασίας για τις επαγγελματικές ομάδες. Τα κορυφαία κλαμπ επίσης, διατηρούν πολυάριθμες και εντυπωσιακά χρηματοδοτούμενες Ακαδημίες. Η «La Masia» της Μπαρτσελόνα είναι μία από τις πιο φημισμένες παγκοσμίως. 

Η επικρατούσα (μη επιστημονική απ’ ότι αποδεικνύεται) άποψη και η λογική πάνω στην οποία στηρίζονται οι Ακαδημίες, υποστηρίζει ότι ο καλύτερος τρόπος για την ανάπτυξη των ταλέντων είναι αρχικά ο έγκαιρος εντοπισμός των χαρισμάτων τους και η ασταμάτητη, εντατική προπόνηση. 

«Μεγάλο μέρος της μέχρι τώρα έρευνας που στήριζε αυτή την προσέγγιση, είχε εξετάσει μόνο αθλητές σχολικού ή πανεπιστημιακού επιπέδου, χωρίς να τους παρακολουθήσει την επαγγελματική, ενήλικη πορεία τους» επισημαίνει ο Γκίλιχ.

Οι πρόσφατες μελέτες του Γκίλιχ και των συνεργατών του όμως, διαπίστωσαν ότι όλες συνέκλιναν στο ίδιο συμπέρασμα: «Η παραδοσιακή αντίληψη ήταν λανθασμένη και η πρώιμη απόδοση δεν αποτελούσε αξιόπιστο δείκτη της μελλοντικής επιτυχίας»

Η συλλογή δεδομένων από άλλους τομείς εκτός των σπορ διήρκησε δύο χρόνια. Το σκάκι ήταν σχετικά απλή περίπτωση, καθώς οι εθνικές και διεθνείς ομοσπονδίες διατηρούν τις λεγόμενες βαθμολογίες Elo, οι οποίες αποτυπώνουν αριθμητικά τη δυναμικότητα κάθε παίκτη, κάθε στιγμή της πορείας του. Στον Ακαδημαϊκό χώρο, η κατάταξη μπορεί να γίνει μέσω Databases που χρησιμοποιούν τις επιστημονικές αναφορές (citations) ως ένδειξη επιρροής, αλλά και μέσω διακρίσεων όπως τα βραβεία Νόμπελ, για παράδειγμα. Προφανώς του Άλμπερτ Αϊνστάιν ήταν διάνυα από μικρός, αλλά δεν σημαίνει ότι μελετούσε 24 ώρες το εικοσιτετράωρο για να διατυπώσει τη θεωρία της σχετικότητας. 

Όταν ολοκληρώθηκε η ανάλυση της ομάδας του Πανεπιστημίου RPTU Kaiserslautern-Landau, προέκυψε ένα σταθερό μοτίβο. Περίπου το 90% των… σούπερ σταρ της ενήλικης ζωής δεν ήταν αντίστοιχοι σούπερ σταρ ως παιδιά, ενώ μόλις το 10% των κορυφαίων παιδιών εξελίχθηκε σε ενήλικες με κορυφαίες επιδόσεις στους τομείς τους ως επαγγελματίες. «Δεν είναι απλώς ότι η παιδική αριστεία δεν προέβλεπε την ενήλικη», λέει ο Γκίλιχ, αλλά «οι δύο αυτές μεταβλητές παρουσίαζαν ακόμη και αρνητική συσχέτιση».

Οι ενήλικοι που κατάφεραν να φθάσουν στο top επίπεδο φάνηκε επίσης να ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση από τα «παιδιά-θαύματα», διατηρώντας παράλληλα ενδιαφέροντα πέρα από τον τομέα στον οποίο τελικά διέπρεψαν. 

Οι κορυφαίοι αθλητές και αθλήτριες συνήθως είχαν ασχοληθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με περισσότερα από ένα αθλήματα σε σχετικά υψηλό επίπεδο. Σε νεαρή ηλικία μάλιστα, φαίνεται πως υστερούσαν σε απόδοση στο άθλημα που αργότερα επέλεξαν, σε σύγκριση με συνομηλίκους τους που είχαν επικεντρωθεί αποκλειστικά σε αυτό. 

Όταν όμως εξειδικεύονταν, «η πρόοδός τους ήταν ταχύτερη, παρουσιάζοντας καλύτερη αποδοτικότητα προπόνησης», όπως ονομάζεται στην αθλητική επιστήμη.

Οι τρεις θεωρίες του Γκίλιχ

Το γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι κορυφαίοι στο είδους τους εμφανίζουν το ίδιο μοτίβο, δηλαδή ευρύτερα ενδιαφέροντα και καθυστερημένη «άνθηση», δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Οι ερευνητές αναζήτησαν υπάρχουσες θεωρίες για την αριστεία, χωρίς όμως καμία να ταιριάζει πλήρως στα δεδομένα τους. Έτσι, πρότειναν τρεις δικές τους ερμηνείες.

Η πρώτη είναι η θεωρία «αναζήτησης και αντιστοίχισης», δανεισμένη από τα οικονομικά της αγοράς εργασίας. Υποστηρίζει ότι το να έχεις ποικιλία ενδιαφερόντων και να καθυστερείς την εξειδίκευση, αυξάνει τις πιθανότητες να βρεις το πεδίο που ταιριάζει καλύτερα στα ταλέντα σου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, έρχεται και πάλι από το τένις. Αυτή τη φορά από τον Ραφαέλ Ναδάλ, ο οποίος σε νεαρή ηλικία φλέρταρε με καριέρα στο ποδόσφαιρο, πριν αφοσιωθεί στο τένις. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς ήταν κορυφαίος στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο πριν εστιάσει στο μπάσκετ (και πάει λέγοντας…). 

Η δεύτερη θεωρία είναι η «ενισχυμένη μάθηση». Η ιδέα δηλαδή, ότι η ίδια η ικανότητα μάθησης καλλιεργείται και ότι η ενασχόληση με διαφορετικά αντικείμενα τη βελτιώνει. Όταν έρθει η στιγμή της εξειδίκευσης, η ανεπτυγμένη αυτή ικανότητα καθιστά την εξάσκηση πιο αποτελεσματική και την πρόοδο ταχύτερη.

Η τρίτη και τελευταία θεωρία είναι η «υπόθεση περιορισμένου ρίσκου». Πρόκειται για έναν πιο σύνθετος όρος για μια απλή ιδέα. Η υπερεντατική ενασχόληση από πολύ νωρίς μπορεί οδηγήσει τους νέους σε εξουθένωση, σε απογοήτευση ή ακόμα και πλήξη, που προκαλεί η μονομερής και αδιάκοπη ενασχόληση με μία μόνο δραστηριότητα.

Οι ερευνητές ελπίζουν να επεκτείνουν την ανάλυσή τους και σε άλλους τομείς, όπως οι επιχειρήσεις και οι τέχνες. Παράλληλα, ο καθηγητής Γκίλιχ διευκρινίζει ότι η ομάδα του δεν υποστηρίζει πως «το μοντέλο της πρώιμης εντατικής εξειδίκευσης δεν αποδίδει», καταλήγει η ομάδα του καθηγητή Γκίλιχ. «Αντιθέτως, αποτελεί έναν αξιόπιστο τρόπο παραγωγής πολύ ικανών επαγγελματιών, αλλά όχι απαραίτητα ανθρώπων παγκόσμιας κλάσης». Με άλλα λόγια, οι αθλητικές ακαδημίες, τα σχολεία επιλέκτων, τα κορυφαία ωδεία και ούτω καθεξής, ίσως χρειαστεί να επανεξετάσουν τον τρόπο λειτουργίας τους.