Σούλης Μαρκόπουλος: Έφυγε ο «κύριος» που έχαιρε της εκτίμησης ολόκληρου του ελληνικού μπάσκετ
Για σχεδόν πέντε δεκαετίες υπηρέτησε το ελληνικό μπάσκετ, πέρασε από μερικούς από τους μεγαλύτερους συλλόγους της χώρας και κατάφερε κάτι ακόμη δυσκολότερο από τις νίκες και τους τίτλους: να κερδίσει τον σεβασμό όλων.
Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους τίτλους, νίκες και αριθμούς. Και υπάρχουν άνθρωποι που, μαζί με όλα αυτά, αφήνουν πίσω τους κάτι που δεν καταγράφεται σε κανένα φύλλο αγώνα: τον σεβασμό.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 77 ετών, ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη σε ολόκληρο το ελληνικό μπάσκετ, σε έναν χώρο που υπηρέτησε για δεκαετίες και μέσα στον οποίο κατάφερε να κερδίσει σχεδόν καθολική εκτίμηση.
Η διαδρομή του στους πάγκους άρχισε από τον Δημόκριτο και απλώθηκε σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες. Ηρακλής, ΠΑΟΚ, Άρης, Μακεδονικός, ΑΕΚ και Μαρούσι αποτέλεσαν σταθμούς μιας τεράστιας προπονητικής πορείας. Στην Α' Εθνική έφτασε τα 702 παιχνίδια, περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο προπονητή στην ιστορία της κατηγορίας, καταγράφοντας 339 νίκες. Κι όμως, οι αριθμοί δεν είναι εκείνοι που εξηγούν καλύτερα ποιος ήταν ο Σούλης Μαρκόπουλος.
Σε μία Θεσσαλονίκη όπου το μπάσκετ έζησε έντονες αντιπαλότητες, εκείνος κάθισε στον πάγκο του Ηρακλή, πέρασε επανειλημμένα από τον Άρη και συνέδεσε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής του με τον ΠΑΟΚ. Πέρασε από τη μία πλευρά της πόλης στην άλλη και κατάφερε να παραμένει σεβαστός από όλους. Ο ΕΣΑΚΕ είχε περιγράψει αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα ως τον «οικουμενικό πάγκο του Σούλη», σημειώνοντας πως δεν καλλιέργησε ποτέ την πόλωση ανάμεσα στους αντιπάλους.
Φυσικά, υπήρξε μία ομάδα με την οποία έγραψε την πιο λαμπρή σελίδα της καριέρας του. Στις 16 Μαρτίου 1994, στην Τεργέστη, ο Μαρκόπουλος οδήγησε τον ΠΑΟΚ στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς, με τη νίκη επί της Στεφανέλ με 100-91. Μία στιγμή που έμεινε για πάντα στην ιστορία του Δικεφάλου και αποτέλεσε την κορυφαία ευρωπαϊκή επιτυχία της δικής του προπονητικής διαδρομής.
Δεν ήταν όμως μόνο ο ΠΑΟΚ. Με τον Ηρακλή έφτασε μέχρι την τέταρτη θέση του πρωταθλήματος, στον Άρη εργάστηκε σε διαφορετικές περιόδους, ενώ με το Μαρούσι δημιούργησε μία από τις σημαντικότερες ιστορίες της καριέρας του, οδηγώντας το το 2009 στην τρίτη θέση και στην πρόκριση στην EuroLeague για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία του συλλόγου.
Ήταν ένας προπονητής άλλης κοπής. Χαμηλών τόνων, χωρίς διάθεση να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής, χωρίς μεγάλες κουβέντες. Η παρουσία του στον πάγκο, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε συμπαίκτες, αντιπάλους και ανθρώπους του μπάσκετ, δημιούργησαν σταδιακά την εικόνα που τον συνόδευσε μέχρι το τέλος: ενός πραγματικού κυρίου των ελληνικών γηπέδων.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η σημαντικότερη παρακαταθήκη του.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος κέρδισε παιχνίδια, κατέκτησε ευρωπαϊκό τρόπαιο, έγραψε ρεκόρ και καθοδήγησε ιστορικές ομάδες. Πάνω απ' όλα, όμως, κατάφερε να φύγει έχοντας κάτι που δεν χαρίζεται και δεν αποτυπώνεται σε καμία στατιστική: την εκτίμηση ενός ολόκληρου μπασκετικού κόσμου.
Καλό ταξίδι, κόουτς!