Στάχτες μιας περασμένης δόξας
Οι αποτυχίες της εθνικής ομάδας της Ιταλίας τα τελευταία χρόνια αποτελούν ένα από τα πιο συζητημένα θέματα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο - Τι συνέβη είκοσι χρόνια μετά την κατάκτηση της παγκόσμιας κορυφής;
Το 2006 ήταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά για το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ήταν η χρονιά της κατάκτησης του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Επίσης, η χρονιά του μεγάλου σκανδάλου Calciopoli. Δύο δεκαετίες αργότερα αυτά τα δύο «ορόσημα», εκ διαμέτρου αντίθετα φυσικά, δείχνουν να έχουν σημαδέψει τόσο πολύ το ποδόσφαιρο της γειτονικής χώρας.
Όταν το βράδυ της 9ης Ιουλίου 2006 η «σκουάντρα ατζούρα» στεφόταν πρωταθλήτρια κόσμου για τέταρτη φορά στην ιστορία της στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, λίγοι (σίγουρα όχι οι ίδιοι οι Ιταλοί) ότι όχι πολλά χρόνια μετά, αυτή η επιτυχία θα ήταν κάτι σαν κατάρα για τις επόμενες γενιές. Ο Μάρκο Ματεράτσι, ο Αλεσάντρο Νέστα, ο Φάμπιο Καναβάρο, ο Αντρέα Πίρλο, ο Φραντσέσκο Τότι, ο Τζενάρο Γκατούζο, ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν, ο Λούκα Τόνι και οι υπόλοιποι μέσα στο γήπεδο. Και, φυσικά, στον πάγκο ο Μαρτσέλο Λίπι.
Και μέσα στην ευφορία και το μεθύσι για τον παγκόσμιο τίτλο, ήρθαν οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Calciopoli. Η δόξα απέναντι στη ντροπή.
Αφορούσε ένα δίκτυο προπονητών, παραγόντων και διαιτητών, με στόχο τον έλεγχο των αποτελεσμάτων στις δύο πρώτες κατηγορίες της Ιταλίας. Πρωταγωνιστής του ο γενικός διευθυντής της Γιουβέντους Λουτσιάνο Μότζι, ο «Λάκι Λουτσιάνο» όπως ήταν το... μαφιόζικο παρατσούκλι του.
Ήταν μια άνευ προηγουμένου θεσμική κρίση αυτή. Η αξιοπιστία του ιταλικού ποδοσφαίρου επλήγη, τα έσοδα μειώθηκαν, κλόνιστηκε η πίστη στο οικοδόμημα του καμπιονάτο και τελικά αποδυναμώθηκαν τα θεμέλια του συστήματος μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Είκοσι χρόνια μετά φαίνεται ότι το ιταλικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε να συνέλθει ούτε από το μεθύσι της επιτυχίας, ούτε από τη ντροπή του σκανδάλου.
To ιταλικό ποδόσφαιρο κλονίστηκε και σχεδόν κατέρρευσε
Είναι απροσδόκητες οι αποτυχίες της εθνικής ομάδας της χώρας, που έλαμψε στιγμιαία και κατέκτησε το EURO που διεξήχθη το 2021; Σήμερα αυτή μοιάζει να είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Υπό την καθοδήγηση του Ρομπέρτο Μαντσίνι, η ιταλική εθνική ομάδα παρουσίασε ελκυστικό και αποτελεσματικό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, η συνέχεια ήταν απογοητευτική. Και η απάντηση στην ερώτηση που τέθηκε είναι μάλλον αρνητική.
Ένας από τους πιο συχνά αναφερόμενους παράγοντες είναι η αποδυνάμωση των ακαδημιών των συλλόγων. Σε αντίθεση με άλλες χώρες όπως η Ισπανία ή η Γερμανία, η Ιταλία έχει καθυστερήσει να εκσυγχρονίσει τα συστήματα ανάπτυξης νέων πάικτών. Πολλοί σύλλογοι δίνουν προτεραιότητα στα άμεσα αποτελέσματα έναντι της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, περιορίζοντας την εμφάνιση νεαρών ταλέντων.
Επιπλέον, στη Serie A υπάρχει μια σημαντική αύξηση στους ξένους παίκτες. Ανταγωνιστικά το επίπεδο ανεβαίνει, αλλά ταυτόχρονα μειώνονται οι ευκαιρίες για τους νέους Ιταλούς παίκτες, με αντίκτυπο στην ποιόητατ αυτών που είναι διαθέσιμοι για την εθνική ομάδα.
Από την αποχώρηση του Λίπι μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, η Ιταλία είχε πολλούς προπονητές χωρίς να καταφέρει να δημιουργήσει ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο πλάνο. Είναι προφανές, ότι οι συχνές αλλαγές στο στυλ και την κατεύθυνση έχουν επηρεάσει την ταυτότητα της ομάδας. Η επιτυχία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 σηματοδότησε το τέλος μιας χρυσής γενιάς ποδοσφαιριστών, αλλά η γενεαλογική αλλαγή που ακολούθησε δεν ήταν αντάξια των προσδοκιών.
Το ιταλικό ποδόσφαιρο δεν προσαρμόστηκε
Κι αν η Ιταλία ιστορικά πρωτοστάτησε σε αμυντικά συστήματα όπως το κατενάτσιο, το σύγχρονο ποδόσφαιρο απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία, υψηλή πίεση και επιθετικό δυναμισμό. Οι Ιταλoί απέτυχαν να προσαρμοστούν. Κι όποιος δεν αλλάζει, βουλιάζει. Προσκολλήθηκε σε μια ταυτότητα, που το ίδιο το άθλημα είχε αφήσει πίσω. Η Ιταλία συνεχίζει να προσπαθεί να μοιάζει με την Ιταλία, αλλά χωρίς να ξέρει πλέον ακριβώς τι σημαίνει αυτό.
Για να ανακτήσει τη θέση της στην ελίτ του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, η Ιταλία θα έπρεπε να κάνει βαθιές μεταρρυθμίσεις που να αφορούν τόσο την ανάπτυξη ταλέντων όσο και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό. Οι μεγάλες αλλαγές, αυτές που γράφουν την ιστορία, γίνονται από αυτούς που προσαρμόζονται για να επιβιώσουν. Χώρες που έχουν περάσει από βαθιές κρίσεις, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, κατάλαβαν ότι η αλλαγή αυτή δεν ήταν προαιρετική. Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, φάνηκε να βασίζεται υπερβολικά στην ιστορία της. Αλλά η ιστορία δεν παίζει μπάλα. Ή δεν παίζει μόνο αυτή.
«Η τρίτη Αποκάλυψη είναι τρομερή. Έχει χαθεί η αίσθηση του σοκ. Γίνεται κανονικότητα. Για πρώτη φορά, θα έχουμε παιδιά που θα ενηλικιώνονται χωρίς να έχουν δει ποτέ την Ιταλία σε Παγκόσμιο Κύπελλο» γράφει σοκαρισμένος ο συντάκτης της Gazzetta dello Sport, μετά τον αποκλεισμό από τη Βοσνία/Ερζεγοβίνη.
Το παράδοξο είναι μπροστά μας: μια χώρα που επανεφηύρε το ποδόσφαιρο στο παρελθόν τώρα φαίνεται ανίκανη να εφεύρει ξανά τον εαυτό της και να φτιάξει το μέλλον της.
Η Ιταλία δεν χρειάζεται να θυμάται ποια ήταν. Πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Χωρίς ταυτότητα κάθε ήττα, κάθε αποκλεισμός θα είναι ακόμα πιο σοκαριστικός. Μέχρι να γίνει κανονικότητα.