Στην τάξη του Μάρκο Νίκολιτς
Μεθοδικός, ψύχραιμος, πάντα ένα βήμα μπροστά από τους αντιπάλους του, κάθε νίκη είναι επιβεβαίωση του τρόπου δουλειάς του και ένα μάθημα για το ποδόσφαιρο από τον καθηγητή Μάρκο Νίκολιτς.
Το παιχνίδι της Λοκομοτίβ Μόσχας μόλις είχε τελειώσει. Η ομάδα είχε χάσει. Ο προπονητής στάθηκε στην πόρτα των αποδυτηρίων κοιτάζοντας τους παίκτες. Δεν έβαλε τις φωνές. Προχώρησε προς το μέρος τους και έγραψε στον πίνακα: «Σήμερα δεν είσαστε ομάδα». Και έφυγε.
Λέγεται ότι οι ποδοσφαιριστές έμειναν στις θέσεις τους, μόνοι χωρίς τον προπονητή εκεί, για είκοσι λεπτά χωρίς να μιλούν. Και στο αμέσως επόμενο παιχνίδι έκαναν οι περισσότεροι από τις καλύτερες εμφανίσεις τους.
Αν, λοιπόν, αποκαλούν «καθηγητή» τον Μάρκο Νίκολιτς δεν είναι για την αυστηρότητα. Είναι ίσως περισσότερο για τον τρόπο που έχει να μεταδίδει αυτά που θέλει και για την ικανότητα να έχει τον έλεγχο και κυρίως να εξηγήσει, να επαναλάβει και τελικά να διδάξει.
Λειτουργεί μεθοδικά, σχεδόν ακαδημαϊκά. Και πιστεύει ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι κάτι γενικό, κάτι άναρχο, αλλά κάτι που διδάσκεται. Αρκεί να έχεις τον τρόπο να το κάνεις.
Μάθημα 1ο
Σε ομάδες όπως η Λοκομοτίβ, για παράδειγμα, οι προπονήσεις του Νίκολοτς έμοιαζαν περισσότερο με μάθημα παρά με απλή προετοιμασία για τον αγώνα. Κάθε άσκηση είχε έναν σκοπό και κάθε κίνησή του μια εξήγηση. Διότι, το σημαντικότερο στη φιλοσοφία του Σέρβου είναι η κατανόηση, όχι απλά η εκτέλεση. Το «γιατί» είχε μεγαλύτερη σημασία από το «πώς».
«Αν δεν ξέρεις γιατί το κάνεις, δεν θα το κάνεις σωστά» είναι η άποψή του.
Το ίδιο μοτίβο ακολούθησε στην Παρτίζαν. Εκεί, λέγεται ότι σταματούσε τις προπονήσεις όχι για να φωνάξει, αλλά για να αναλύσει, να βάλει τους παίκτες ξανά (και ξανά και ξανά όσες φορές χρειαζόταν) στη σωστή θέση, να επαναλάβει αυτό που ζητά μέχρι να το εμπεδώσουν. Μέχρι, δηλαδή, να μάθουν το μάθημά τους.
Το κάνει συνήθως με απαράμιλλη ψυχραιμία, δείχνοντας σαν να μην επηρεάζεται από το συναίσθημα, αλλά βασιζόμενος πάντα στη λογική ίσως διότι γνωρίζει καλά ότι είναι σημαντικό να μείνει συνεπής στη σκέψη του για να έρθει το αποτέλεσμα.
Όλη αυτή η προσέγγιση, λοιπόν, είναι που «γέννησε» το παρατσούκλι «καθηγητής».
Μάθημα 2ο
Είναι εύκολο να λες στους ποδοσφαιριστές τι να κάνουν, αλλά το δύσκολο είναι να τους εξηγήσεις για ποιο λόγο πρέπει να το κάνουν. Κι αυτό, επιπλέον, τους κρατά και σε πνευματική εγρήγορση, που είναι πιο απαιτητική από τη φυσική κατάσταση.
«Σε πιέζει περισσότερο από όσο πιέζεις εσύ τον εαυτό σου, αλλά αν τον ακολουθήσεις, πάντα ανταμείβει την προσπάθεια», «Γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια για τους αντιπάλους μας. Μας προετοιμάζει τόσο καλά που νιώθεις έτοιμος για οποιαδήποτε κατάσταση στο γήπεδο». Είναι λόγια παικτών με τους οποίους έχει δουλέψει.
Σε ομάδες όπως η Βιντεότον, κρατούσε προσωπικό φάκελο για κάθε ποδοσφαιριστή όχι μόνο με τα αγωνιστικά στοιχεία του, αλλά την οικογενειακή κατάσταση, λεπτομέρειες του χαρακτήρα του, τις αντιδράσεις του σε διάφορες καταστάσεις. Αυτό του επέτρεπε να προσαρμόζει τον τρόπο που μιλούσε στον καθένα, κάτι που πολλοί παίκτες είπαν ότι ήταν «ψυχολογικό πλεονέκτημα».
Όταν ένας ποδοσφαιριστής ζήτησε μεταγραφή λόγω ψυχολογικής πίεσης, ο Νίκολιτς τον κάλεσε να μιλήσουν. Πήγαν μαζί για περπάτημα μακριά από το προπονητικό κέντρο της ομάδας και τα είπαν. Ο παίκτης τελικά έμεινε και έγινε βασικός.
Περιγράφεται ως ευθύς και ειλικρινής. Αν ένας παίκτης κάνει λάθος, του το επισημαίνει ξεκάθαρα. Αλλά αυτή η αμεσότητα συχνά συνδυάζεται με ενθάρρυνση. «Δεν ζαχαρώνει, αλλά ούτε και υποτιμά κανέναν. Ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεσαι» έχει πει ποδοσφαιριστής για τον Σέρβο.
Στη Βοϊβοντίνα είχε ζητήσει από έναν συνεργάτη του να παρακολουθεί τις προπονήσεις από μακριά, χωρίς να είναι ορατός. Ήθελε να δει πώς συμπεριφέρονται οι παίκτες όταν νομίζουν ότι δεν αξιολογούνται άμεσα.
Μάθημα 3ο
Και παρά την αυστηρότητά του, είναι γνωστό ότι υπερασπίζεται τους παίκτες του δημόσια, προστατεύοντάς τους από κάθε κριτική. «Αν σε επιλέξει, σε στηρίζει. Αυτή η εμπιστοσύνη σε κάνει να θέλεις να παλεύεις γι' αυτόν κάθε φορά». Συχνά είναι ο πρώτος που μπαίνει στο προπονητικό κέντρο και ο τελευταίος που φεύγει. «Δεν μπορείς να φτάσεις τον ρυθμό εργασίας του. Αν δίνει το 100%, νιώθεις ότι πρέπει να δώσεις και εσύ το 100%».
Θα μπορούσε, σχεδόν με σιγουριά, να πει κάποιος ότι ο Νίκολιτς δεν μεγάλωσε με όνειρο να γίνει διάσημος ποδοσφαιριστής, αλλά μεγάλωσε και έγινε προπονητής. Μετά από έναν τραυματισμό στο γόνατο που έβαλε τέλος σε κάθε πιθανότητα να κάνει σοβαρή καριέρα ως παίκτης, άρχισε να ασχολείται με την προπονητική. Και ήταν 20 χρόνων. Στα 29 του είχε ήδη την πρώτη «κανονική» δουλειά σε «κανονική» ομάδα.
Όταν τον ρωτούν αν είχε κάποιον προπονητή ως πρότυπο μάλλον εκπλήσσει: «Όχι, στην πραγματικότητα δεν είχα ποτέ. Ωστόσο, έχοντας παίξει σε πολλά ματς εναντίον προπονητών υψηλού επιπέδου, πάντα προσπαθούσα να κλέψω κάτι από αυτούς. Δεν είναι όμως σαν να κάνεις αντιγραφή-επικόλληση, έτσι εξελίσσεται το ποδόσφαιρο. Είμαι ανοιχτόμυαλος, παρατηρώ πολλές πρακτικές πτυχές της καθημερινότητας και προσαρμόζω τις ομάδες μου στους αντιπάλους και στις αλλαγές του ποδοσφαίρου.
Θυμάμαι ότι στην αρχή της καριέρας μου είχα ένα άτομο ως συνεργάτη, ενώ σήμερα περιτριγυρίζομαι από ειδικούς, έτοιμους να φροντίσουν κάθε πτυχή. Κυρίως, δίνω προσοχή στην ψυχολογική πλευρά: αν από αθλητική και τεχνική άποψη είμαστε σχεδόν στο μέγιστο, αυτή είναι μια περιοχή που πρέπει ακόμα να εξερευνηθεί στο ποδόσφαιρο».
Και καταλήγει με μια ατάκα που πολύ ταιριάζει σε καθηγητή: «Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είμαι φανατικός όσον αφορά τη δουλειά».