Το παιδί από τα καταφύγια του Σαράγεβο έγινε η φωνή ενός έθνους
Από τα καταφύγια του πολιορκημένου Σαράγεβο μέχρι το Μουντιάλ του 2026, η ζωή του Εντίν Τζέκο μοιάζει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της σύγχρονης Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
Ο Εντίν Τζέκο ήταν έξι ετών όταν η Βοσνία και Ερζεγοβίνη κήρυξε την ανεξαρτησία της και το Σαράγεβο βυθίστηκε στην κόλαση του πολέμου και άρχισε να ζει με τον ήχο των βομβών, με τα υπόγειά του να μετατρέπονται σε καταφύγια και με το μακρόσυρτο ουρλιαχτό των σειρήνων να σχίζει τον αέρα της πόλης.
Η παιδική ηλικία του δεν κύλησε σε γήπεδα και σε αυλές και η ζωή του σημαδεύτηκε για πάντα από τη φρίκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στο διαμέρισμα των παππούδων του, όπου ζούσαν περίπου 15 άνθρωποι στριμωγμένοι σε μόλις 35 τετραγωνικά μέτρα.
«Ήταν πολύ δύσκολο. Δεν υπήρχε πολύ φαγητό, σχεδόν ποτέ τρία γεύματα την ημέρα. Ζούσαμε κάθε μέρα με το άγχος μήπως πεθάνει κάποιος που γνωρίζαμε. Φοβόμουν κάθε μέρα. Πάντα έπρεπε να κρυβόμαστε όταν ακούγονταν πυροβολισμοί ή έπεφταν βόμβες. Έκλαιγα πολύ όταν ήμουν παιδί, διότι υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να σκοτωθώ» θα πει χρόνια μετά για τις αναμνήσεις που «στιγμάτισαν» τη ζωή του.
Ο πατέρας του βρισκόταν στο μέτωπο και ο ίδιος με τη μητέρα του περνούσαν μεγάλο μέρος του χρόνου σε υπόγεια καταφύγια: «Όταν χτυπούσαν οι σειρήνες, φοβόμουν ότι θα πεθάνω. Πηγαίναμε στα καταφύγια χωρίς να ξέρουμε πόσο θα μείνουμε εκεί».
Ίσως η πιο συγκλονιστική ιστορία που έχει αφηγηθεί είναι ότι μια μέρα η μητέρα του δεν τον άφησε να πάει να παίξει ποδόσφαιρο με τους φίλους του.
Λίγα λεπτά αργότερα, έπεσε βόμβα στο σημείο όπου βρίσκονταν τα παιδιά.
«Η μητέρα μου μού έσωσε τη ζωή. Δεν με άφησε να πάω να παίξω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου. Λίγα λεπτά μετά, μια βόμβα εξερράγη και σκότωσε τους φίλους μου».
Ήταν εννέα ετών όταν υπογράφηκε η Συμφωνία στο Ντέιτον και όταν η χώρα του, γεμάτη πληγές, άρχιζε ξανά από το μηδέν. Μαζί της έπρεπε να μεγαλώσει κι αυτός.
Τριάντα χρόνια αργότερα, εκείνο το φοβισμένο αγόρι από το Σαράγεβο είναι πλέον 40 ετών. Είναι ο αρχηγός μιας εθνικής ομάδας που επιστρέφει σε Παγκόσμιο Κύπελλο έπειτα από 12 χρόνια. Είναι ουσιαστικά ο «πατέρας» πολλών συμπαικτών του. Δεν τρέχει πια όπως παλιά, ούτε διαθέτει τη δύναμη και την ένταση που είχε στις καλύτερες μέρες του στη Βόλφσμπουργκ, στη Μάντσεστερ Σίτι, στη Ρόμα ή στην Ίντερ, όμως εκπροσωπεί κάτι μεγαλύτερο: την ιστορία ενός ολόκληρου έθνους με μικρή ιστορία ως ανεξάρτητο κράτος. Κουβαλά τη μνήμη μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στον πόλεμο και την ελπίδα ενός λαού που έμαθε να ξανασηκώνεται μετά από κάθε πληγή.
Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη άρχισε να πορεύεται μόνη της στο ποδόσφαιρο μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Μέχρι το 1992, οι ποδοσφαιριστές της αποτελούσαν μέρος της εθνικής Γιουγκοσλαβίας, η οποία συμμετείχε σε επτά Παγκόσμια Κύπελλα μεταξύ 1950 και 1990. Ο πόλεμος «πάγωσε» τα πάντα.
Η ανασυγκρότηση της χώρας και η ανασυγκρότηση της εθνικής ομάδας προχώρησαν σχεδόν παράλληλα: πρώτα φιλικοί αγώνες, έπειτα η ένταξη στη FIFA και αργότερα στην UEFA. Ο πρώτος επίσημος αναγνωρισμένος αγώνας της ήρθε στις 30 Νοεμβρίου 1995, λίγες μόλις ημέρες μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον, ήταν μια εκτός έδρας ήττα με 2-0 από την Αλβανία.
Η πρώτη μεγάλη χαρά ήρθε λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου 1996, όταν η Βοσνία νίκησε την Ιταλία με 2-1 στο Σαράγεβο. Παράξενο παιχνίδι της μοίρας, σχεδόν 30 χρόνια μετά, η ομάδα που πλέον καθοδηγεί ο Σέρτζεϊ Μπαρμπάρεζ απέκλεισε τη «σκουάντρα ατζούρα» λίγο πριν από το Μουντιάλ του 2026 και εξασφάλισε το εισιτήριο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Μεξικό, μέσα από μια διαδικασία πρόκρισης που πέρασε ήδη στην ιστορία του ποδοσφαίρου.
Βραζιλία 2014, το πρώτο Μουντιάλ
Επιστρέφοντας στο 1996, όταν η εθνική ομάδα έκανε τα πρώτα της βήματα, η χώρα ακόμη μετρούσε νεκρούς, πρόσφυγες και αγνοούμενους. Ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω του περίπου 200.000 νεκρούς και 2,7 εκατομμύρια πρόσφυγες και εκτοπισμένους, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ.
Από τότε, η Βοσνία δεν έχει συμμετάσχει σε καμία τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και έχει αγωνιστεί μόνο σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο: στη Βραζιλία το 2014.
Εκείνη η γενιά είχε ως ηγέτη τον ίδιο τον Τζέκο και περιλάμβανε ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου όπως ο Μίραλεμ Πιάνιτς, ο Βένταντ Ιμπίσεβιτς, ο Εμίρ Σπάχιτς και ο Άσμιρ Μπέγκοβιτς. Ονομάστηκε «χρυσή γενιά» επειδή οδήγησε τη χώρα για πρώτη φορά στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Η Βοσνία έκανε το ντεμπούτο της απέναντι στην Αργεντινή στο Μαρακανά, γνωρίζοντας την ήττα. Έχασε επίσης από τη Νιγηρία και ολοκλήρωσε την παρουσία της με νίκη 3-1 επί του Ιράν. Δεν κατάφερε όμως να περάσει από τη φάση των ομίλων.
Η νέα «χρυσή γενιά»
Σήμερα, η νέα «χρυσή γενιά» της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης είναι αυτή που θα παρουσιαστεί στο Μουντιάλ του 2026, με πραγματικά ταλαντούχους νεαρούς ποδοσφαιριστές, όπως ο Έσμιρ Μπαϊρακτάρεβιτς (21 ετών, Αϊντχόφεν), ο Νιντάλ Τσέλικ (19 ετών, Λανς), ο Τάρικ Μουχαρέμοβιτς (23 ετών, Σασουόλο) και ο Κέριμ Αλαϊμπέγκοβιτς (18 ετών, που αποκτήθηκε ξανά από τη Λεβερκούζεν).
Ο Τζέκο λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα σε αυτές τις δύο Βοσνίες. Ή και τρεις, αν υπολογίσουμε εκείνη που έζησε τον πόλεμο από πρώτο χέρι. Στη φάση των ομίλων τους περιμένουν η Ελβετία, το Κατάρ και ο Καναδάς.
Ο ίδιος επιθετικός που σκόραρε στα προκριματικά για το Μουντιάλ του 2014 και που, δώδεκα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε ξανά όταν η χώρα του τον χρειαζόταν, θα βρίσκεται και στο Μουντιάλ του 2026, στον τελευταίο μεγάλο χορό της καριέρας του με την πατρίδα του.
Ο Τζέκο είναι ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής Βοσνίας με 73 γκολ, αλλά και ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες συμμετοχές, έχοντας αγωνιστεί σε 148 φορές με το εθνόσημο. Είναι ένας θρύλος.
Ωστόσο, στην περίπτωσή του είναι ξεκάθαρο πως πριν από τον ποδοσφαιριστή υπάρχει ο άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που δεν θα ξεχάσει ποτέ όσα έζησε ως παιδί:
«Προέρχομαι από τη Βοσνία, μια μικρή χώρα που πέρασε έναν οδυνηρό πόλεμο πριν από 30 χρόνια. Για μένα, το να εκπροσωπώ τη χώρα μου είναι κάτι μοναδικό, κάτι που με γεμίζει υπερηφάνεια. Η καλύτερη στιγμή ήταν όταν προκριθήκαμε στο πρώτο μας Παγκόσμιο Κύπελλο, το 2014 στη Βραζιλία. Εκείνη η στιγμή θα μείνει μαζί μου για όλη μου τη ζωή. Αν είχα μια υπερδύναμη, θα ήταν να σταματήσω όλους τους πολέμους του κόσμου».
-Ο πόλεμος της Βοσνίας (1992-1995) κόστισε τη ζωή σε περίπου 100.000 ανθρώπους, στην πλειονότητά τους αμάχους.
-Υπολογίζεται ότι 2 έως 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ως πρόσφυγες ή εσωτερικά εκτοπισμένοι. Ήταν η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μετακίνηση στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
-Η πολιορκία του Σαράγεβο διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια (1.425 ημέρες), αποτελώντας μία από τις μακροβιότερες πολιορκίες σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Οι κάτοικοι ζούσαν χωρίς σταθερή πρόσβαση σε νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, φάρμακα και τρόφιμα.
-Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995 θεωρείται η χειρότερη θηριωδία στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Περισσότεροι από 8.000 Βόσνιοι μουσουλμάνοι άνδρες, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι και αγόρια, δολοφονήθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν συγγενείς τους. Ακόμη και τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου, περίπου 1.000 θύματα της Σρεμπρένιτσα παραμένουν αγνοούμενα.