Viveza Criolla
Αν αναλογιστείτε ποια είναι το προσωνύμια των Αργεντίνων αθλητών και από που προέρχονται θα αντιληφθείτε πολλά περισσότερα για την καταγωγή και την προσωπικότητα της νίκης επί της Αγγλίας.
Τα χέρια να περιτριγυρίζουν το κρανίο, δάχτυλα ανοιχτά και παλάμες διάπλατες σαν τα φτερά του αετού… Ο Εντσο Φερνάντες, σαν καλλιτέχνης σε έκσταση, απαιτούσε το βρυχυθμό του πλήθους του.
«Να σας ακούσω… ΝΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΣΩ»
Δεκάδες χιλιάδες όμοιοί του, στις εξέδρες του Atlanta Stadium σε παραλλήρημα. Εκατομύρια περισσότεροι αποτρελαμένοι, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, μοχθούσαν να ακουστούν μέχρι εκεί.
Πολύ νωρίτερα, ο Μέσι πέφτει στο γρασίδι, μετά από μαρκάρισμα του Μπέλιγχαμ… Η πιο Γκαούτσο έκδοση της αλληλεγγύης και της μέχρις εσχάτων πίστη στον αρχηγό ενεργοποιείται εν ριπή οφθαλμού… Κάμποσοι σωματοφύλακες της Αυτού Εξοχότητας, λύνουν τα ζωνάρια, πετάνε τα στήθη έξω για να δημιουργήσουν το τείχος ασφαλείας γύρω από τον Αρχηγό, εξοστρακίζοντας με όποια μέσα έχουν, την λευκοφορεμένη, διακοσμημένη με τη μορφή τριών λιονταριών απειλή. Ο βρυχηθμός ακουγόταν από τις μπλε φανέλες όμως και τους ζωγραφισμένος μύες με τατουάζ.
Λίγο αργότερα, ο Τζιουλιάνο Σιμεόνε, μεγαλωμένος από τον Ντιέγκο Σιμεόνε, την πιο σύγχρονη μορφή ενός αρχετυπικού Γκαούτσο, πλέει στα δάκρυα όταν μιλάει για τον αρχηγό. Και τη χώρα!
Στα σόσιαλ μίντια, οι timelines δε χωρούν τον θαυμασμό των χρηστών τους για το πιο “παλιακό” παιχνίδι του Μουντιάλ. Οι κλωτσιές πάνε σύννεφο. Τα σπρωξίματα εκτός φάσης φορτίζουν μία ήδη ηλεκτρισμένη από αντιπαλότητα και do or die αίσθημα επιβίωσης, ατμόσφαιρα. Οι μονομαχίες σώμα με σώμα… Ερινύες και έριδες παντού. Με ή χωρίς αιτία.
Οι Γκαούτσο είναι εδώ… Για το ποδόσφαιρο, για την Αργεντινή…
Por Malvinas
Por El Diego
Por La Ultima de Leo
Για ολόκληρη τη χώρα…
H πιο άστοχη πεποίθηση που αναπτύχθηκε στην Αργεντινή στις αρχές του προηγούμενο αιώνα, ήταν ότι η χώρα είχε ανάγκη από σύγχρονους ήρωες και οι ποδοσφαιριστές θα ήταν αυτοί που θα έρχονταν να αντικαταστήσουν τους Γκαούτσο… Ώστε στα δικά τους πρόσωπα να δημιουργηθεί ένα νέο πρωτότυπο αρχέτυπο γύρω από τα οποία θα θεμελιωθεί ένας νέος αργεντίνικος εθνικισμός.
Πόσο λάθος… Πόσο μεγάλο λάθος!
Έναν αιώνα και κάτι ψιλά αργότερα, η Αργεντινή λατρεύεται ή βιώνει το μίσος ακριβώς επειδή οι ποδοσφαιριστές της, όχι μόνο δεν αντικατέστησαν τους Γκαούτσο, αλλά εκπροσωπούν με τον πιο αγγελικό, αλλά και τον πιο «βρώμικο» τρόπο, όλα όσα διδάσκει η κουλτούρα αυτών και της Κρεολικής ζωής (τους).
Δεν υπάρχει καμία άλλη ομάδα στον κόσμο (και να υπάρχουν είναι λιγοστές), που στα προσωνυμία τους ενθυλακώνεται τόσο έντονα η εθνική ρίζα, ο πατριωτικός προορισμός, η κουλτούρα και τα ιδανικά τους.
Το 1925, μετά το πληγωτικό για τους Αργεντίνους χρυσό μετάλλιο των Ουρουγουάνων στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Μπόκα ταξίδεψε στην Ευρώπη, πετυχαίνοντας μεγάλες νίκες σε φιλικά απέναντι σε ισπανικές και γερμανικές ομάδες. Μετά τους αγώνες, οι παίκτες της Τζούνιορς, τραγουδούσαν πάντα τον εθνικό ύμνο της Αργεντινής. Σε μία εποχή που η κρεολική ζωή, η ζωή της αγροτιάς, με σύμβολο τον μύθο και την πραγματικότητα τον Γκαούτσο (καουμπόι), έδινε τη σκυτάλη στη βιομηχανική απειλή και τον αστισμό, ο εθνικός πατριωτισμός άλλαζε πρόσωπο.
«Το δημόσιο αίσθημα [στην Αργεντινή] υπέστη ξαφνική αλλαγή στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, περνώντας από την ενθουσιώδη υποστήριξη των Βρετανών σε μια μετά βίας κεκαλυμμένη εχθρότητα» έγραψε ο ιστορικός Τσαρλς A. Τζόουνς. Τα βρετανικά κεφάλαια που επέτρεψαν τη στροφή στην βιομηχανία, έμοιαζαν στα μάτια των Κρεολών Αργεντίνων σαν μία διαγραφή της Εθνικής ταυτότητας.
Ο φιλελευθερισμός της οικονομίας και των ηθών, δε θα μπορούσε ποτέ να υπηρετήσει τις πραγματικές αξίες και τις συνήθειες της αληθινής κρεολικής κουλτούρας. Της κουλτούρας της ανεξαρτησίας, της ελευθερίας, την φυσιολατρίας, του εναγκαλισμού της μοναξιάς της φύσης.
Όλα αυτά που αγαπούσαν οι Γκαούτσο, οι γνήσιοι Αργεντίνοι. Αυτών που καθιέρωσαν την περίφημη Viveza Criolla, δηλαδή μία ζωή που διάγεται με ασμίλευτο πάθος, με προσαρμοστικότητα και αντιμετώπιση με αποδεκτούς ή μη τρόπους των δυσκολιών, έχοντας ως βασικό εφόδια την εξυπνάδα, την κοινωνική σοφία, αλλά και την πονηριά μαζί με την παγαποντιά.
Το κρεολικό ποδόσφαιρο ήταν αυτό του πάθους, της αναίτιας αιτιατής οργής… “Ήταν το ποδόσφαιρο της πανδαισίας, της επιδεξιότητας και της ενέργειας. Ένα παιχνίδι άγριο, αλλά αντρίκειο, όμορφο, δυναμικό» όπως είπε ένας ήρωας του προηγούμενο αιώνα, ο Χόρχε Μπράουν, το 1921.
Οταν σε ένα αμιγώς δημοκρατικό περιβάλλον πια, αναπτύχθηκε η κουλτούρα της αντίδρασης και της επιβίωσης από την εργατική τάξη, το ποδόσφαιρο βρέθηκε στο επίκεντρο.
«Ο γκαούτσο ήταν ο πιο γνήσιος φορέας της χώρας όταν διαμορφωνόταν η αίσθηση της εθνικότητάς μας. [...] Κι έτσι τον φυλάμε στην ψυχή μας ως τον πρόγονό μας και πιστεύουμε ότι μπορούμε να ακούμε ακόμα και τώρα τον ήχο των τραγουδιών του, κάθε φορά που το αεράκι των πάμπας χαϊδεύει το γρασίδι» είπε ο Λεοπόλδος Λουγόνες, φημισμένος Αργεντίνος ποιητής.
Οι Γκαούτσο ήταν η ενσάρκωση του Αργεντινισμού. Ό,τι ακριβώς υπηρετεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από την εποχή του Ντιέγκο κιόλας, μετά την αμφιλεγόμενη κατάκτηση του Μουντιάλ του ΄78 επί δικτατορίας Βιδέλα, κάθε εθνική ομάδα της Αργεντινής.
Πάθος, κυριαρχία, ανεξαρτησία, εθνική λατρεία, αφοσίωση στον Ηλίου του Μαΐου…
«Είvαι 39 χρονών, έχει κατακτήσει και ζήσει τα πάντα, αλλά τον βλέπετε, είναι ακόμα εδώ, μαζί μας για να την Αργεντινή και τον κόσμο της» όπως και ο Τζιουλιάνο Σιμεόνε κλαίγοντας μπροστά στην κάμερα.
Γιατί η Αργεντινή, το ποδόσφαιρο, η ευλάβεια στην εθνική ταυτότητα, και η προσήλωση, είναι λέξεις που μπαίνουν μόνο στην ίδια πρόταση.
«Καθώς τα χρόνια πέρασαν, όλη αυτή η αγγλοσαξονική επιρροή στο ποδόσφαιρο να έχει εξαφανιστεί, δίνοντας τη θέση της στο λιγότερο φλεγματικό και πιο ανήσυχο πνεύμα των Λατίνων. Η διαφορά με το βρετανικό στιλ είναι ότι δεν είναι τόσο μονόχνωτο και είναι λιγότερο πειθαρχημένο και μεθοδικό, επειδή δεν θυσιάζει τον ατομικισμό για τις συλλογικές αξίες» γράφτηκε σε φημισμένο περιοδικό της Αργεντινής, το 1925… Η ρίζα του αντιβρετανισμού (έστω κι αν οι ριοπλατένσε οφείλουν τη γνωριμία τους με το ποδόσφαιρο στους Άγγλους), έχει πολύ βαθύτερες ρίζες, πιο βαθιές από τα Φόκλαντς, ή το Χέρι του Θεού.
Ο αργεντινισμός στο ποδόσφαιρο είναι αξία, εκπορευόμενη από την κουλτούρα των Γκαούτσο, με τη σχέση των δύο να ενδυναμώνεται με το πέρασμα των ετών. Ακόμα και ο όρος Γκαμπέτα (Η ντρίμπλα κάτω από τα πόδια του αντιπάλου ή αλλιώς «τούνελ»), που κάνει τον κόσμο να αναστενάζει στα γήπεδα της Λατινικής Αμερικής, προέρχεται από τα κείμενα για τους γκαούτσο και χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο τρεξίματος της στρουθοκαμήλου.
Το ποδόσφαιρο έγινε μία διαφυγή από την σύγχρονη καθημερινότητα του σκληρού βιοπορισμού και του ανισομερώς διανεμόμενου πλούτου.
«Τα γήπεδα ήταν ένας χώρος γεμάτος χρώματα και ενθουσιασμό» γράφει ο Τζόναθαν Γουίλσον για μία χώρα που αντλεί περηφάνια από την προϊστορία των Γκαούτσο, και αγκαλιάζει με στοργή, αγάπη και δεκτικότητα τους pibe της, με εξοχότερο μέλος της, τον ημίθεο Pibe D’ Oro, τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Τον καλύτερο που γεννήθηκε ποτέ… Pibe σημαίνει, στα λεξικά “παιδί”, “νέος”, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό. Είναι τα αθώα χαμίνια, τα αλάνια με τα φουντωτά μαλλιά και τα κομμάτια από το ψωμί να είναι στοκαρισμένα στα δόντια τους… Είναι τα ανόθευτα αγυρτάκια, που γέμιζαν τα portreros, τα χωράφια και τις ανώμαλες επιφάνειες της αργεντίνικης επικράτειας για να κλωτσήσουν το τόπι. Όπου για να επιβιώσουν ήταν επιβεβλημένο να είναι τεχνίτες, δεξιοτέχνες, καλλιτέχνες με τη μπάλα στα πόδια για να μην του φύγει από τον έλεγχο, όταν άγγιζε ένα από τα δεκάδες βουναλάκια της γυμνής γης.
Πριν από χρόνια τέθηκε το ερώτημα: Πως ορίζεται ο Αργεντίνος; Μία από τις απαντήσεις, σε μία χώρα που δέχθηκε κύμα μεταναστών και φιλοξενούσε εκατομμύρια Αγγλοσαξόνων, ήταν: “Αυτός που υποστήριζε την Αργεντινή στο ποδόσφαιρο”.
Χρόνια αργότερα, δημοσιογράφος με το κωδικό όνομα Μποροκοτό, από τους πιο σεβαστούς αλλά και αιχμηρούς της εποχής του, είπε: «Αυτό που κάνει τους Αργεντινούς να παίζουν σαν Αργεντινοί ήταν το τρίπτυχο pampa - asado - mate». Το τρίπτυχο της κρεολικής ταυτότητας και των Γκαούτσο. Απέραντη γη, Φαγητό και ποτό.
«Το ποδόσφαιρο είναι το ομαδικό άθλημα των Κρεολών» έγραψε ο Μποροκοτό. «Το ταγκό είναι η μουσική τους. Το βασικό κομμάτι της είναι η αισθητική δύναμή της, που σχετίζεται με τα barrios, τα μικρά κλαμπ. Τα υπόλοιπα είδη μουσικής είναι για το ταγκό ό,τι τα άλλα αθλήματα για το ποδόσφαιρο: μπορούν να προσελκύσουν κοινό, αλλά τα πάθη της μεγάλης μάζας των Αργεντινών είναι το ταγκό και το ποδόσφαιρο».
Η Αργεντινή ζει για το ποδόσφαιρο και το ποδόσφαιρο υποκλίνεται στην Αργεντινή… Όχι πάντοτε στην ποιότητά τους. Δεν αγκαλιάζει πάντα τους pibe και τις παγαποντιές τους, ούτε ανέχεται διαρκώς τα νταηλίκια τους…
Αγαπά όμως, τον αργεντινισμό τους… Σε μία χώρα που, όπως έγραψε ο σπουδαίος συνάδελφος Σωτήρης Μηλιός, η εθνική ομάδα δεν έχει φιλάθλους, έχει οπαδούς. Και οι ποδοσφαιριστές της, αν δεν ήταν στο γήπεδο, θα ήταν στην εξέδρα, γυμνοί, σε έκσταση, να τραγουδούν ξανά και ξανά για τα κοχόνες που πρέπει να βάλουν οι παίκτες για να νικήσουν όταν κάτι πάει στραβά.
Έστω και με λίγη δόση από Viveza Criolla, τα κόλπα της επιβίωσης. Κάποιες φορές συγχωρούνται… Κάποιες άλλες όχι.
Oi στίχοι του τραγουδιού, στη δεύτερη στροφή του. έχουν:
Carga una cruz en los hombros por ser el mejor (Κουβαλάει έναν σταυρό στους ώμους του επειδή είναι ο καλύτερος)
Por no venderse jamás al poder enfrentó (Επειδή δεν ξεπουλήθηκε ποτέ στην εξουσία, αντιμετώπισε)
Curiosa debilidad, si Jesús tropezó (μια περίεργη αδυναμία, ακόμα και ο Ιησούς σκόνταψε)
Por qué él no habría de hacerlo (Γιατί να μην σκοντάψει;)
La fama le presentó una blanca mujer (Η φήμη τού παρουσίασε μια λευκή γυναίκα)
De misterioso sabor y prohibido placer (Με μυστηριώδες γούστο και απαγορευμένη ευχαρίστηση)
Que lo hizo adicto al deseo de usarla otra vez (Αυτό τον έκανε εθισμένο στην επιθυμία να την χρησιμοποιήσει ξανά)
Involucrando su vida (Που συμμετείχε στη ζωή του)
Y es un partido que un día el Diego está por ganar... (Και είναι ένα παιχνίδι που μια μέρα ο Ντιέγκο θα κερδίσει)
Ο Ντιέγκο, όμως, τραγούδησε:
Carge una cruz en los hombros por ser el mejor (Κουβαλούσα έναν σταυρό στους ώμους του επειδή ήμουν ο καλύτερος)
Por no venderme jamás al poder enfrente (Επειδή δεν ξεπουλήθηκα ποτέ στην εξουσία, αντιμετώπισα)
Curiosa debilidad, si Jesús tropezó (μια περίεργη αδυναμία, ακόμα και ο Ιησούς σκόνταφτε
Por qué no habría se hacerlo (Γιατί να μην σκοντάψει;)
La fama me presentó una blanca mujer(Η φήμη μου παρουσίασε μια λευκή γυναίκα)
De misterioso sabor y prohibido placer (Με μυστηριώδη γεύση και απαγορευμένη ευχαρίστηση)
...deseo de usarla otra vez (...επιθυμία να την χρησιμοποιήσω ξανά)
Involucrando mi vida (Συμμετείχε στη ζωή μου)
Y es un partido que un día un dia voy a ganar.. (Και είναι ένα παιχνίδι που μια μέρα, μία μέρα θα κερδίσω)
Μαλιστα, για να το φέρει σε πρώτο πρόσωπο, τραγουδώντας άλλαζε τους στίχους για να είναι διαρκώς στο τέμπο του τραγουδιου
Θέλει μεγάλα κότσια. Και ο Ντιέγκο τα είχε!