Γιατί o Τεντόγλου θεωρεί τα 8.75μ «παγκόσμιο ρεκόρ» - Η εξέλιξη του αντι-ντόπινγκ και η περίπτωση του Λιούις
Το Athletiko εξηγεί το υπόβαθρο πίσω από την βαρυσήμαντη δήλωση του Μίλτου Τεντόγλου για το παγκόσμιο ρεκόρ που θα συζητηθεί.
Για τον Μίλτο Τεντόγλου, τα 8.75μ αποτελούν κάτι περισσότερο από έναν μεγάλο αγωνιστικό στόχο. Είναι η επίδοση που ο ίδιος αντιμετωπίζει ως προσωπικό «παγκόσμιο ρεκόρ» παρότι υπολείπεται 20 εκατοστών του ισχύοντος παγκόσμιου ρεκόρ που είναι το 8.95μ από το 1991.
Στη συνέντευξή του στον Ντέμη Νικολαΐδη, ο Έλληνας πρωταθλητής εξήγησε το σκεπτικό του: «Ξέρεις γιατί λέω ότι θέλω να κάνω 8.75μ; Γιατί θεωρώ ότι τα 8.75μ είναι παγκόσμιο ρεκόρ για μένα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι καλύτερη επίδοση από αυτές που γίνονταν παλαιότερα».
Ο Τεντόγλου συνέδεσε αυτή την εκτίμηση με τις δυνατότητες ελέγχου των αθλητών σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, το ενδεχόμενο της χρήσης απαγορευμένων ουσιών και την επίδρασή τους στην αποκατάσταση και την προπόνηση. «Από τότε που ξεκίνησαν οι έλεγχοι ντόπινγκ, η καλύτερη επίδοση που έχει γίνει είναι 8.74μ. Εγώ θέλω να κάνω 8.75μ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Δείτε όλη την συνέντευξη:
Γιατί συγκεκριμένα 8.75μ;
Η παγκόσμια λίστα όλων των εποχών εξηγεί την επιλογή της συγκεκριμένης επίδοσης. Μόλις τέσσερις αθλητές έχουν ξεπεράσει τα 8.74μ με νόμιμο άνεμο: ο Αμερικανός Μάικ Πάουελ με το παγκόσμιο ρεκόρ των 8.95μ στο Τόκιο το 1991, ο Αμερικανός Μπομπ Μπίμον με τα 8.90μ στην Πόλη του Μεξικού το 1968, ο Αμερικανός Καρλ Λιούις με τα 8.87μ στο Τόκιο το 1991 και ο Σοβιετικός Ρόμπερτ Εμιγιάν με τα 8.86μ στο Τσαχκατζόρ το 1987.
Ακολουθούν στα 8.74μ άλλοι τρεις Αμερικανοί, οι Λάρι Μάιρικς (1988), Έρικ Γουόλντερ (1994) και Ντουάιτ Φίλιπς (2009). Ένα άλμα στα 8.75μ θα έφερνε, επομένως, τον Τεντόγλου στην πέμπτη θέση της κατάταξης αθλητών όλων των εποχών.
Η εξέλιξη και οι χρονιές-σταθμοί για το αντι-ντόπινγκ
Η αναφορά στην έναρξη των ελέγχων χρειάζεται διευκρίνιση. Οι πρώτοι έλεγχοι ντόπινγκ σε Ολυμπιακούς Αγώνες πραγματοποιήθηκαν ήδη το 1968, στους Χειμερινούς Αγώνες της Γκρενόμπλ και στους Θερινούς της Πόλης του Μεξικού, αφού το 1967 η ΔΟΕ είχε συγκροτήσει την Ιατρική Επιτροπή της και είχε θεσπίσει την πρώτη λίστα απαγορευμένων ουσιών. Το σύστημα εκείνης της περιόδου ήταν σαφώς πιο περιορισμένο από το σημερινό.
Στον στίβο, ένα σημαντικό βήμα έγινε το 1989, όταν η παγκόσμια ομοσπονδία, τότε IAAF, τροποποίησε τους κανονισμούς της ώστε να επιτρέπονται αιφνιδιαστικοί έλεγχοι εκτός αγώνων αρχής γενομένης το 1990. Ωστόσο, τα δύο κορυφαία άλματα των Πάουελ και Λιούις σημειώθηκαν το 1991, μετά τη συγκεκριμένη αλλαγή.
Πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα βρίσκεται η χρονιά-ορόσημο του 2009. Από την 1η Ιανουαρίου εκείνης της χρονιάς εφαρμόστηκε το εναρμονισμένο σύστημα whereabouts, με τους αθλητές των καθορισμένων ομάδων ελέγχου να δηλώνουν καθημερινά ένα διάστημα 60 λεπτών κατά το οποίο είναι διαθέσιμοι σε συγκεκριμένη τοποθεσία για αιφνιδιαστικό έλεγχο. Η αλλαγή καθιέρωσε ενιαίους κανόνες, με υποχρεωτική διαθεσιμότητα σε συγκεκριμένο σημείο για μία ώρα καθημερινά, χωρίς αυτό να αποκλείει αιφνιδιαστικούς ελέγχους οποιαδήποτε άλλη στιγμή.
Την ίδια χρονιά εισήχθη στον στίβο το λεγόμενο «βιολογικό διαβατήριο», δηλαδή η παρακολούθηση αιματολογικών δεικτών σε βάθος χρόνου. Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε να αξιοποιούνται ενδείξεις για τις επιδράσεις του ντόπινγκ στον οργανισμό, χωρίς να απαιτείται πάντοτε η άμεση ανίχνευση μιας συγκεκριμένης ουσίας. Μόλις το 2014 προστέθηκε η στεροειδική ενότητα, με διαχρονική παρακολούθηση δεικτών στα ούρα για τον εντοπισμό ενδείξεων χρήσης αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών.
Από το 2009 και μετά, η μεγαλύτερη επίδοση στη συγκεκριμένη λίστα είναι πράγματι τα 8.74μ του Ντουάιτ Φίλιπς, στις 7 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς στο Γιουτζίν. Το άλμα του έγινε μετά την εφαρμογή των εναρμονισμένων whereabouts, αλλά πριν από την έναρξη συλλογής δειγμάτων του προγράμματος βιολογικού διαβατηρίου της IAAF τον Δεκέμβριο του 2009.
Η εξέλιξη των ελέγχων, πάντως, δεν τεκμηριώνει προσωπική εμπλοκή σε ντόπινγκ για τους αθλητές που προηγούνται στηνν παγκόσμια λίστα όλων των εποχών. Για τους Πάουελ και Μπίμον δεν έχει προκύψει τεκμηριωμένη υπόθεση ντόπινγκ. Για τον Εμιγιάν επίσης δεν υπήρξε ποτέ θετικό δείγμα ή ποινή, πέρα από την γενικότερη καυποψία της εποχής για τους αθλητές τόσο της Σοβιετικής Ένωσης όσο και των ΗΠΑ.
Η περίπτωση του Καρλ Λιούις
Διαφορετική είναι η περίπτωση του Καρλ Λιούις, για τον οποίο δημοσιοποιήθηκαν το 2003 στοιχεία σχετικά με τρία θετικά δείγματα για διεγερτικές ουσίες στα αμερικανικά trials του 1988, πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ. Οι αποκαλύψεις προήλθαν από τον πρώην επικεφαλής του προγράμματος ελέγχων της αμερικανικής Ολυμπιακής επιτροπής, Γουέιντ Έξουμ, και προκάλεσαν έντονη συζήτηση για τον χειρισμό υποθέσεων ντόπινγκ στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian από το 2003, ο Λιούις παραδέχθηκε τα θετικά δείγματα, υποστηρίζοντας ότι εκατοντάδες Αμερικανοί αθλητές είχαν αποφύγει κυρώσεις και ότι όλοι είχαν αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο. «Εκατοντάδες αθλητές την γλίτωναν, όλοι είχαν την ίδια αντιμετώπιση», είχε πει χαρακτηριστικά. Η αμερικανική Ολυμπιακή επιτροπή (USOPC) είχε αποδεχθεί την εξήγησή του ότι οι ουσίες προέρχονταν από φυτικό συμπλήρωμα και είχαν ληφθεί ακούσια, περιορίζοντας την τιμωρία του στην υπόθεση σε μία απλή προειδοποίηση.
Ο ίδιος εμφανίστηκε απαξιωτικός απέναντι στον θόρυβο των αποκαλύψεων. «Είναι γελοίο. Ποιος νοιάζεται;», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι το όνομά του εξακολουθούσε να απασχολεί τη δημοσιότητα χρόνια μετά την αποχώρησή του. Στη Σεούλ είχε κατακτήσει το χρυσό στο μήκος και στα 100μ, όπου αναδείχθηκε νικητής μετά τον αποκλεισμό του Μπεν Τζόνσον για χρήση αναβολικών, καθώς και το ασημένιο στα 200μ. Η κούρσα των 100μ έμεινε στην ιστορία ως η πιο «βρώμικη» όλων των εποχών.
Η τελική επίσημη θέση της IAAF, πάντως, ήταν ότι είχαν τηρηθεί οι τότε κανονισμοί. Η διεθνής ομοσπονδία επανεξέτασε τα στοιχεία και τον Απρίλιο του 2003 ανακοίνωσε ότι ο χειρισμός των ευρημάτων χαμηλής συγκέντρωσης ήταν σύμφωνος με τους ισχύοντες κανονισμούς. Η υπόθεση του 1988 δεν οδήγησε σε αφαίρεση των Ολυμπιακών μεταλλίων του ούτε σε ακύρωση του άλματος των 8.87μ, το οποίο σημείωσε το 1991.