Η επιστροφή της... μπανάνας - Η παράδοση των οπαδών της Σίτι που επιστρέφει μετά την καταδίκη
Το ιστορικό σύμβολο των οπαδών της Σίτι ενδέχεται να αποτελέσει μια ειρηνική απάντηση στο οικονομικό σκάνδαλο του συλλόγου.
Το «Άνφιλντ» ετοιμάζεται να υποδεχθεί αυτό την Κυριακή (11/10, 18:30) τη Μάντσεστερ Σίτι, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της πρόσφατης ιστορίας της.
Μετά την απόφαση της Premier League για τις οικονομικές παραβάσεις και την έφεση που κατέθεσε στη συνέχεια ο σύλλογος, το κλίμα αναμένεται ιδιαίτερα εχθρικό για την ομάδα του Έντσο Μαρέσκα.
Στις κοινότητες των οπαδών της ομάδας του Ιταλού κόουτς επικρατεί αίσθημα ενότητας και αντίστασης, με αποτέλεσμα να τίθεται το ερώτημα αν θα επιστρέψει ένα από τα πιο ιδιαίτερα σύμβολα της οπαδικής κουλτούρας του συλλόγου: οι φουσκωτές μπανάνες. Για να κατανοήσουμε, ωστόσο, τι θα σήμαινε μια πιθανή «κίτρινη εισβολή» στο «Άνφιλντ», πρέπει να γυρίσουμε σχεδόν 40 χρόνια πίσω.
Η μπανάνα και ο οπαδός που... γέννησε μια παράδοση
Η πιο τεκμηριωμένη εκδοχή για την προέλευση αυτού του εθίμου προέρχεται τόσο από την επίσημη ιστοσελίδα της Μάντσεστερ Σίτι όσο και από το έργο του ιστορικού του συλλόγου, Γκάρι Τζέιμς.
Όλα ξεκίνησαν στις 15 Αυγούστου 1987, σε μια αναμέτρηση της Μάντσεστερ Σίτι με την Πλίμουθ Άργκαϊλ. Ένας οπαδός, ο Φρανκ Νιούτον, έφτασε στο γήπεδο κρατώντας μια τεράστια φουσκωτή μπανάνα, προκαλώντας γέλια και τραβώντας την προσοχή των υπόλοιπων φιλάθλων. Αυτό που έμοιαζε με μια απλή φάρσα εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο εμβληματικά φαινόμενα στις εξέδρες του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Ο Νιούτον συνέχισε να παίρνει μαζί του τη μπανάνα και σε άλλες εκτός έδρας αναμετρήσεις, ενώ σύντομα άρχισαν να εμφανίζονται και άλλα φουσκωτά αντικείμενα. Η τάση εξαπλώθηκε αυθόρμητα και στα τέλη της δεκαετίας του 1980 είχε πλέον εξελιχθεί σε σήμα κατατεθέν της Σίτι, την εποχή που η ομάδα αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Με το πέρασμα των μηνών, οι εξέδρες δεν γέμιζαν πλέον μόνο με μπανάνες. Δεινόσαυροι, καρχαρίες, τέρατα, τεράστια σφυριά και κάθε λογής φουσκωτές φιγούρες συνόδευαν τους οπαδούς της Σίτι σε κάθε εκτός έδρας μετακίνηση.
Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του συλλόγου, το φαινόμενο αποτέλεσε μια χιουμοριστική αντίδραση σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους του αγγλικού ποδοσφαίρου, που σημαδεύτηκε από τον χουλιγκανισμό, τους περιορισμούς στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις για τους αγγλικούς συλλόγους μετά την τραγωδία του Χέιζελ και τη σταδιακή απώλεια της αίγλης της εξέδρας.
Όπως αναφέρει ο Γκάρι Τζέιμς, το φαινόμενο πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις τη σεζόν 1988-89, ιδιαίτερα την Boxing Day του 1988, όταν χιλιάδες φίλοι της Σίτι κατέκλυσαν το γήπεδο της Στόουκ, έχοντας μαζί τους στολές και φουσκωτά αντικείμενα. Η παράδοση έγινε τόσο δημοφιλής, ώστε ακόμη και ο επιθετικός Ίμρε Βαράντι απέκτησε το παρατσούκλι «Ίμρε Μπανάνα» στο «Μέιν Ρόουντ».
To «Άνφιλντ» και το... παράδοξο
Η ιστορία αποκτά ακόμη βαθύτερη διάσταση όταν οι μπανάνες συνδέονται με το «Άνφιλντ» και τη Λίβερπουλ. Κομβικό πρόσωπο σε αυτή την εξέλιξη ήταν ένας ποδοσφαιριστής εκείνης της εποχής: ο Τζον Μπαρνς.
Όπως αναφέρουν αρκετά δημοσιεύματα των τελευταίων ετών, οι μπανάνες απέκτησαν σταδιακά έναν συμβολισμό που συνδέθηκε με τον αγώνα κατά του ρατσισμού στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Τη δεκαετία του 1980, η ρίψη μπανανών προς μαύρους ποδοσφαιριστές αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική σε πολλά βρετανικά γήπεδα. Ένα από τα πιο γνωστά θύματα αυτής της ρατσιστικής συμπεριφοράς ήταν ο Μπαρνς, αστέρας της Λίβερπουλ και της εθνικής Αγγλίας.
Η χαρακτηριστική φωτογραφία του Μπαρνς να απομακρύνει με το πόδι του μια μπανάνα κατά τη διάρκεια αγώνα έγινε ένα από τα πιο συμβολικά στιγμιότυπα εκείνης της εποχής.
Ορισμένα δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι οι οπαδοί της Σίτι συνέβαλαν αργότερα στην αλλαγή του συμβολισμού της μπανάνας, μετατρέποντάς την από αντικείμενο που συνδεόταν με το ρατσιστικό μίσος σε μια γιορτινή έκφραση συλλογικότητας.
Ωστόσο, αξίζει να διευκρινιστεί ότι οι ιστορικές πηγές που βρίσκονται πιο κοντά στην απαρχή του εθίμου αποδίδουν τη γέννησή του κυρίως στο χιούμορ και την κουλτούρα της εξέδρας και όχι σε μια οργανωμένη εκστρατεία κατά του ρατσισμού.
Το γήπεδο της Λίβερπουλ είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μνήμη ενός από τους ποδοσφαιριστές που υπέστησαν τον εντονότερο ρατσισμό στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Επομένως, η πιθανή επιστροφή των μπανανών στο «Άνφιλντ» δημιουργεί ένα ιστορικό παράδοξο: αν πραγματοποιηθεί αυτή η «εισβολή», ένα σύμβολο που για δεκαετίες συνδέθηκε με μερικές από τις πιο σκοτεινές στιγμές του αγγλικού ποδοσφαίρου θα επιστρέψει στο γήπεδο που συνδέεται με ένα από τα πιο εμβληματικά θύματά του. Αυτή τη φορά, όμως, θα βρίσκεται στα χέρια μιας οπαδικής βάσης που το θεωρεί κομμάτι της δικής της πολιτισμικής ταυτότητας.
Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν αυτή η φερόμενη κινητοποίηση σχετίζεται με τη θεσμική κρίση που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο η Μάντσεστερ Σίτι, μετά την απόφαση με την οποία κρίθηκε ένοχη για τις κατηγορίες που της αποδόθηκαν. Εκ πρώτης όψεως, και δεδομένου ότι πρόκειται για μια παράδοση που μετρά πολλές δεκαετίες, δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική σύνδεση, καθώς το συγκεκριμένο έθιμο γεννήθηκε το 1987.
Αυτό που προκύπτει από οπαδικά φόρουμ, όπως το Bluemoon, είναι ένα έντονο αίσθημα ενότητας γύρω από τον σύλλογο ενόψει της επίσκεψης στο «Άνφιλντ». Μάλιστα, τις τελευταίες εβδομάδες της διακοπής για τις εθνικές ομάδες, ελάχιστα άλλα θέματα απασχόλησαν τόσο την Αγγλία, με τον κόσμο να συζητά ποια θα πρέπει να είναι η τιμωρία της Σίτι.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση μπανανών στην εξέδρα των φιλοξενούμενων θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια κίνηση υπερηφάνειας, αντίστασης και αφοσίωσης. Περισσότερο από μια οργανωμένη διαμαρτυρία κατά της Premier League, θα αποτελούσε μια ορατή δήλωση στήριξης προς έναν σύλλογο που θεωρεί ότι διανύει μία από τις δυσκολότερες περιόδους της πρόσφατης ιστορίας του.