Λουτσιάν Σανμαρτεάν στο Athletiko: «Συγγνώμη στον Παναθηναϊκό που δεν του έδωσα τα πάντα, όπως αυτός»

Ο Λουτσιάν Σανμαρτεάν στο Athletiko σε μία συνέντευξη, περισσότερο σαν εξομολόγηση, που ανατρέπει πολλά απ' όσα νομίζαμε πως γνωρίζαμε για τα χρόνια του στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό.

Ο Λουτσιάν Σανμαρτεάν/designer Kostas Giorgas
Ο Λουτσιάν Σανμαρτεάν/designer Kostas Giorgas

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

Πηγαίνοντας στο Βουκουρέστι, υπήρχε «τρακ». Η αμφιβολία του «πώς θα πάει», γιατί δεν ταξιδέψαμε ως τη Ρουμανία για έναν άνθρωπο που τα έκανε όλα σωστά. Οι διηγήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως είναι εύκολη υπόθεση. Στην προκειμένη, ο Λουτσιάν Σανμαρτέαν εκπροσωπεί το ακριβώς αντίθετο. Με τον Φίλιππο πίσω από τις κάμερες, θεωρούσαμε πως θα τον καταγράφαμε ως καλεσμένο στο Athletiko. Λίγες ώρες αργότερα, μετά το τέλος της συνέντευξης, ήταν βέβαιο πως τελικά εμείς ήμασταν οι καλεσμένοι στην πιο βαθιά εξομολόγησή του, για όσα έζησε στην Ελλάδα και την καριέρα του. Λες και φύλαγε καλά τακτοποιημένα στο μυαλό του σωστά και κυρίως λάθη, περιμένοντας την ευκαιρία για να τα βγάλει από μέσα του.

«Δεν ξέρω πόσο βαθιά ήταν, αλλά ήταν η ζωή μου». Πιο ώριμος και συνειδητοποιημένος από ποτέ, στα 46 του χρόνια πια, ο ίδιος ο Λουτσιάν Σανμαρτεάν επέλεξε αυτές τις λέξεις για να χαρακτηρίσει τη συνέντευξη που παραχώρησε στο Athletiko. Μία πορεία 28 χρόνων στα γήπεδα μέσα σε μιάμιση ώρα περίπου και αρκετές χιλιάδες λέξεις. Από τη ζωή του σήμερα στην Κ21 της εθνικής ομάδας της Ρουμανίας, ως τα χρόνια στον Παναθηναϊκό από το 2003 ως το 2007, τα τρία μεγάλα λάθη εκεί, τον διάσημο καυγά με τον Μαλεζάνι, τους τραυματισμούς και όσα ακολούθησαν, έως ότου καταλάβει πολλά για την καριέρα και προφανώς, για τη ζωή του.

«Ελπίζω να είναι ένα σαφές μήνυμα για τη νέα γενιά: να μην κάνουν τα ίδια λάθη». Η γυμνή αλήθεια ενός από τα μεγαλύτερα «what if» του ποδοσφαίρου της Ελλάδας και της Ρουμανίας. Ένα σπάνιο «10άρι» παλιάς κοπής το οποίο όσοι είδαν να αγγίζει την μπάλα με τον δικό του μοναδικό τρόπο, δεν το ξεχνούν κι ας πέρασαν δύο δεκαετίες. Είτε γιατί μαγεύτηκαν από αυτό που είδαν, είτε γιατί απογοητεύτηκαν από το πόσο κράτησε. Όπως είπε και ο ίδιος: «Οι απλοί άνθρωποι, οι οπαδοί δεν λένε ψέματα. Δεν τους νοιάζει να κερδίζεις τρόπαια, να σηκώνεις κύπελλα. Απλώς να κερδίσεις τις καρδιές τους με κάτι. Και αυτό είναι το ξεχωριστό. Κέρδισα τις καρδιές αυτών των ανθρώπων με κάτι. Όχι με πολλά, αλλά απλώς με κάτι. Ένα ίχνος μαγείας».

Η συνέντευξη του Λουτσιάν Σανμαρτεάν στο Athletiko:

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη του Λουτσιάν Σανμαρτεάν στο Athletiko:

«Η ζωή μου σήμερα»

Λουτσιάν, σε ευχαριστούμε πολύ που αποδέχτηκες την πρότασή μας και που είσαι εδώ μαζί μας. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έπαιξες στην Ελλάδα, αλλά σε διαβεβαιώνω ότι ο κόσμος σε θυμάται ακόμα.
«Ναι, είναι ένα ωραίο συναίσθημα, γιατί δεν έπαιξα πολύ για τον Παναθηναϊκό. Δεν κατέκτησα πολλούς τίτλους. Δεν άφησα το στίγμα μου σε αυτή την ομάδα. Αλλά είναι τόσο ωραίο να ακούω αυτά τα καλά λόγια. Αν ο κόσμος θυμάται ακόμα, σημαίνει ότι έκανες κάτι σωστό για την ομάδα».

Και προφανώς, σε θυμούνται και στη Ρουμανία. Εξακολουθείς να εισπράττεις πολλή αγάπη, έτσι δεν είναι;
«Ναι, είναι κάπως περίπλοκο. Κατά κάποιον τρόπο, δεν έπαιξα τόσα πολλά παιχνίδια, ούτε καν με την εθνική ομάδα. Δεν έπαιξα πάρα πολλά παιχνίδια, ούτε μεγάλης σπουδαιότητας. Δεν έπαιξα στις κορυφαίες ομάδες του κόσμου. Αλλά αν αφήνεις κάτι πίσω σου, ένα ίχνος μαγείας, νομίζω ότι αυτό αρκεί. Δεν έκανα κάτι το ιδιαίτερο, απλώς έπαιζα το παιχνίδι μου. Όμως, για τους φιλάθλους και για τον κόσμο που παρακολουθεί το άθλημα, αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα. Ακόμα και το πρωί, συναντώ κάποιους ανθρώπους καθώς πηγαίνω στο γυμναστήριο και με συγχαίρουν για όσα πέτυχα στο ποδόσφαιρο. Κι εγώ τους ρωτάω τι ακριβώς έκανα στο ποδόσφαιρο. Δεν κατέκτησα πολλούς τίτλους, δεν έκανα κάτι το ξεχωριστό στην καριέρα μου. Εκείνοι λένε: «Όχι, αφήνεις πίσω σου κάτι που δεν πρόκειται να ξαναγίνει». Αυτό είναι το απόλυτο κομπλιμέντο».


Πώς είναι η ζωή σου τώρα ως βοηθός προπονητή στην εθνική ομάδα U21 της Ρουμανίας;

«Συνεργάζομαι με την ομοσπονδία από τότε που σταμάτησα το ποδόσφαιρο. Εργάζομαι στην ομοσπονδία εδώ και σχεδόν 10 χρόνια. Είμαι βοηθός προπονητή εδώ και τέσσερα χρόνια. Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε νέους, ταλαντούχους παίκτες που μπορούν να εξελιχθούν φυσιολογικά, ομαλά. Είναι υπέροχο να αποτελείς σημαντικό κομμάτι μιας μεγάλης εθνικής ομάδας. Είναι δύσκολο για τους παίκτες. Όταν είσαι παίκτης, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όταν είσαι προπονητής, πάλι είναι διαφορετικά. Η προσέγγισή σου αλλάζει. Ο τρόπος που βλέπεις το ποδόσφαιρο είναι διαφορετικός. Όταν ήμουν παίκτης, έβλεπα τον εαυτό μου μόνο μέσα από την ομάδα. Και τώρα πρέπει να καθοδηγήσω την ομάδα μέσα από κάποιους παίκτες. Οπότε είναι κάπως διαφορετικό. Αλλά αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Οι προκλήσεις είναι πολλές. Πρέπει να βρεις τον κατάλληλο ψυχολογικό τρόπο για να μιλάς στους παίκτες. Αυτό είναι που απολαμβάνω να κάνω σε αυτή την εθνική ομάδα».


Σκοπεύεις να αναλάβεις ρόλο πρώτου προπονητή;

«Δεν βλέπω τον εαυτό μου ως πρώτο προπονητή. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως λόγω έλλειψης χρόνου ή κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Αλλά ως μέλος αυτής της εθνικής ομάδας, μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σε αυτή την ομάδα. Δεν μπορώ να γίνω ο πρώτος προπονητής. Μπορώ όμως να είμαι κάποιος στο παρασκήνιο, που εντοπίζει μικρές λεπτομέρειες τις οποίες οι προπονητές δεν μπορούν να δουν. Αυτό είναι ένα κομμάτι που πραγματικά απολαμβάνω. Πρέπει να περνάω πολύ χρόνο με τους παίκτες. Πρέπει να συζητάω πολύ μαζί τους. Με γνωρίζουν ως ποδοσφαιριστή. Τώρα πια, θέλω να τους δείξω και την ψυχολογική μου πλευρά. Προσπαθώ να τους βοηθήσω να φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους».


Άρα δεν υπάρχει περίπτωση να σε δούμε ξανά στην Ελλάδα; Από κάποιον άλλο ρόλο;

«Δεν νομίζω. Ποτέ δεν ξέρεις. Το ποδόσφαιρο είναι απρόβλεπτο, όπως και η ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις».


Υπάρχει κάποιος νέος «Σανμαρτεάν», ας πούμε, σε αυτή τη γενιά; Με εκείνη τη δόση μαγείας;

«Δεν βλέπω πολλούς ταλαντούχους παίκτες. Ίσως επειδή το ποδόσφαιρο αλλάζει πολύ.
Η ένταση, η δύναμη και η γνώση ή η ανάγνωση του παιχνιδιού είναι διαφορετικές τώρα. Δεν έχεις πια τον χρόνο να κάνεις ντρίμπλες με την μπάλα, να ακουμπάς την μπάλα πάρα πολλές φορές. Στους προπονητές δεν αρέσει πια αυτό. Για τους φιλάθλους, είναι όμορφο. Το να βλέπουν οι φίλαθλοι τον Νεϊμάρ, τον Μέσι, τον Γιαμάλ, τον Πέδρι, για παράδειγμα, ή τον Ινιέστα ή τον Τσάβι. Είναι διαφορετικό να βλέπεις τέτοιου είδους παίκτες. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτό το σύγχρονο ποδόσφαιρο ταιριάζει σε παίκτες με τέτοιο στιλ. Αν διαθέτεις λίγη ταχύτητα σκέψης, λίγη ταχύτητα στον τρόπο παιχνιδιού σου, θα μπορέσεις να το κάνεις αυτό. Αλλά το να βασίζεσαι μόνο στην ντρίμπλα και να σου δίνουν οι προπονητές μεγάλη ελευθερία στο παιχνίδι δεν νομίζω ότι είναι πλέον εφικτό. Γι' αυτό και δεν βλέπω στο άμεσο μέλλον παίκτες με αυτό το "μαγικό άγγιγμα"».

«Προσδοκίες, λάθη και πώς ήρθα στην Ελλάδα»

Έχω διαβάσει πολλές παλιές συνεντεύξεις σου και υπήρχε μια λέξη που επαναλαμβανόταν συνεχώς: «λάθη». Μιλάς στους νεότερους παίκτες για αυτά τα λάθη, για να τους προστατεύσεις;
«Δεν πρόκειται για προστασία. Απλώς μιλάω για τα λάθη, επειδή εμείς οι ίδιοι είμαστε φτιαγμένοι από λάθη. Αν δεν είχα κάνει λάθη —στον Παναθηναϊκό, στην Ολλανδία, στην εθνική ομάδα, αλλά και σε άλλες ομάδες όπου αγωνίστηκα— δεν θα μπορούσα να εξελιχθώ όπως είμαι σήμερα. Τα λάθη που έκανα όταν ήμουν νέος μού έδωσαν συνέπεια και διαμόρφωσαν τον τρόπο σκέψης μου: να προσπαθώ να βλέπω τον εαυτό μου μέσα στις φάσεις, να κρίνω τι έκανα καλά και τι άσχημα, και τι μπορώ να αλλάξω για να γίνω καλύτερος. Χωρίς λάθη, δεν μπορούμε να εξελιχθούμε. Τους λέω συχνά να μην κάνουν τα ίδια λάθη με εμένα, αλλά να κάνουν τα δικά τους λάθη, γιατί χωρίς λάθη δεν μπορείς να βελτιωθείς στο ποδόσφαιρο, αλλά και στη ζωή».


Σίγουρα έχεις πολλά να τους πεις για το πώς να διαχειρίζονται την πίεση, γιατί όταν ξεκίνησες —διάβασα σχετικά αφιερώματα— μιλούσαν για τον «νέο Χάτζι», ενώ ο ίδιος ο Χάτζι μιλούσε για τον «Πλατινί της Ρουμανίας». Δεν είναι εύκολο.

«Ναι, όταν δέχεσαι τέτοιου είδους κολακευτικά σχόλια, αυτό συνοδεύεται από μεγάλη πίεση. Αν δεν έχεις γύρω σου ανθρώπους που μπορούν να σε καθοδηγήσουν σωστά, θα κάνεις λάθη που αλλάζουν κάπως την πορεία της καριέρας σου.
Για τους νεαρούς παίκτες είναι εύκολο να βλέπουν τον Χάτζι ή να βλέπουν σε εμένα τον Πλατινί. Όμως, όταν προσπαθώ να ταυτιστώ με τον Πλατινί ή όταν βλέπω αυτόν τον παίκτη να αγωνίζεται και προσπαθώ να αντιγράψω κάποιες κινήσεις τέτοιων ταλαντούχων παικτών, δεν είναι εύκολο.
Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό, ήταν ένα μεγάλο βήμα για μένα, επειδή έπαιζα στην Μπίστριτσα. Η Μπίστριτσα είναι μια μικρή ομάδα, μια μικρή πόλη. Υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου που προσπαθούσαν να με καθοδηγήσουν, να με στηρίξουν και να με βοηθήσουν να επιλύσω τα ζητήματά μου. Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό, έπρεπε να τα διαχειριστώ όλα αυτά μόνος μου. Ήμουν νέος, παρορμητικός, λειτουργούσα με βάση το συναίσθημα· δεν ήμουν ποτέ ένας παίκτης με σταθερότητα και ισορροπία.
Γι' αυτό και έγιναν αυτά τα λάθη, τα οποία κατά κάποιον τρόπο καθόρισαν τα επόμενα βήματά μου».


Μιλώντας για προσδοκίες, ποιες ήταν οι δικές σου προσδοκίες όταν υπέγραψες στον Παναθηναϊκό;

«Δεν γνώριζα πολλά για τον σύλλογο. Όταν έφτασα εκεί και είδα τους οπαδούς να διαμαρτύρονται, προσπαθώντας να με ταρακουνήσουν —λέγοντας ότι στη θέση αυτού του παίκτη χρειαζόμαστε κάποιον πιο έμπειρο για να προσφέρει στην ομάδα— ένιωθα λίγο αγχωμένος να αποδείξω την αξία μου. Δεν το έβλεπα ως υπερβολική πίεση το ότι οι οπαδοί ήθελαν να φύγω. Δεν το έβλεπα έτσι. Γιατί έλεγα: «Εντάξει, ας μείνω στην ομάδα, ας παίξω μερικά παιχνίδια, ίσως μπορέσω να δείξω κάποιες από τις ικανότητές μου και ίσως σας αρέσω». Έτσι γίνονται τα πράγματα, ξέρεις. Αλλά μετά, αν δείξεις λίγο τι αξίζεις, αν αποδείξεις λίγο την αξία σου, ο κόσμος θέλει όλο και περισσότερα.
Και αυτό ήταν κάπως το σημείο κάμψης της καριέρας μου, γιατί δεν είχα τη συνέπεια να παίζω σε κάθε παιχνίδι όσο καλύτερα μπορούσα. Όταν βλέπω σήμερα τον Ρονάλντο και τον Μέσι, πώς δίνουν κίνητρο στον εαυτό τους να γίνονται όλο και καλύτεροι και να γίνονται θρύλοι... Αυτή είναι η σωστή νοοτροπία. Εγώ δεν την είχα».

«Τα τρία μεγάλα λάθη στον Παναθηναϊκό και ο καυγάς με τον Μαλεζάνι»

Θυμάσαι το παρασκήνιο αυτής της μεταγραφής; Ποιος σε προσέγγισε για να έρθεις στον Παναθηναϊκό;
«Είχαμε ένα παιχνίδι εναντίον της Μπρέσια στο Ιντερτότο. Ο Λουτσέσκου ήταν στο γήπεδο και είπε ότι δεν ήμουν αρκετά καλός για να γίνω μέλος της Ντιναμό Κιέβου. Αλλά μετά, οι εκπρόσωποι του Παναθηναϊκού ήρθαν μαζί με τον κ. Μπεκάλι. Και εκείνο το πρωί, μου είπαν: «Πρέπει να πας στον Παναθηναϊκό». Μετά το παιχνίδι — είχα κάνει καλό παιχνίδι. Και μετά το ματς, ήμουν κάπως σοκαρισμένος, γιατί έπρεπε να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου, πράγμα που δεν ήταν εύκολο. Γιατί δεν ήμουν έτοιμος, ξέρεις. Δεν είναι ότι συζητάς για μισό χρόνο και μετά υπογράφεις στον Παναθηναϊκό. Παίζεις αυτό τον μισό χρόνο, παίζεις εδώ, αλλά μετά θα πας σε αυτή την ομάδα. Δεν είχα τον χρόνο να προσαρμοστώ. Οπότε το να αφήσω τη χώρα μου, την πόλη μου, ήταν πραγματικά δύσκολο. Έφτασα στον Παναθηναϊκό. Ακόμα και ο αέρας, η μυρωδιά της χώρας ήταν διαφορετική. Όλα άλλαζαν για μένα.

Από τη στιγμή που επέστρεψα και βρέθηκα στην Αθήνα πριν κάποιους μήνες για να δω ένα ματς, θυμόμουν τον αέρα, τη μυρωδιά, τα πάντα. Ακόμα μου θυμίζει κάτι από 23 χρόνια πριν, οπότε για μένα ήταν τρομερά ευχάριστο να επιστρέφω. Το να βλέπεις επίσης πολλούς ανθρώπους να σου κάνουν θερμή υποδοχή. Ίσως πολλοί άνθρωποι να μην με γνώριζαν, ότι έπαιξα εκεί. Αλλά ήταν ωραίο, ήταν ωραίο συναίσθημα. Και ήταν πραγματικά κάτι ξεχωριστό το ότι με υποδέχτηκε ο σύλλογος, το ότι μου έδωσε την ευκαιρία να παρακολουθήσω έναν αγώνα και να κάνω μια περιήγηση στο γήπεδο. Οπότε ήταν ωραία, πραγματικά ωραία».

Η μεταγραφή δεν άρεσε στον κόσμο, αλλά σε εκείνο το φιλικό με τη Βίλεμ, πέτυχες ένα μαγικό γκολ.

«Πέτυχα ένα ωραίο γκολ, αλλά αποδεικνύεις την αξία σου, αποδεικνύεις την ποιότητά σου, ξέρεις. Και αποδεικνύεις στον κόσμο, τους δείχνεις κάτι από τις επαφές σου, τις ικανότητές σου, και αν σε αγκαλιάσουν, μπορείς να κάνεις κάτι καλό για την ομάδα, ξέρεις. Οπότε ήταν μια πραγματικά ωραία πρώτη επαφή με το γήπεδο, με τον αγωνιστικό χώρο, με τους φιλάθλους. Ήταν πραγματικά ξεχωριστό, αλλά εκείνη τη στιγμή, μετά από εκείνο το παιχνίδι, δέχτηκα πολλά κομπλιμέντα, αλλά ένιωσα και μεγάλη πίεση. Μετά από εκείνο το παιχνίδι, νιώθω την πίεση των φιλάθλων, νιώθω την πίεση του να μην είμαστε πρωταθλητές. Πρέπει να γίνεσαι όλο και καλύτερος για να κερδίσεις για τους φιλάθλους το πρωτάθλημα. Οπότε νιώθω την πίεση».



Ποιος ήταν ο κύριος λόγος που δεν πήγαν καλά τα πράγματα; Η πίεση, οι τραυματισμοί, η αστάθεια; Ένας συνδυασμός όλων αυτών;

«Ένας συνδυασμός όλων αυτών, γιατί αν δεν έχεις ισορροπία, αν δεν είσαι σταθερός, τραυματίζεσαι. Αν τραυματιστείς, δεν έχεις σταθερότητα και δεν έχεις ισορροπία. Οπότε όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Γι' αυτό πιστεύω ότι, αν δεν έχεις ισορροπία, αν δεν είσαι προετοιμασμένος πνευματικά για να αποδώσεις στο υψηλότερο επίπεδο, μπορεί να αντιμετωπίσεις αυτού του είδους την πίεση, τους τραυματισμούς, την αστάθεια. Παίζεις σε ένα παιχνίδι, χάνεις δύο-τρία παιχνίδια και μετά επιστρέφεις. Κι αυτό ήταν μέρος της εξέλιξής μου, κάτι που για μένα ήταν ευχάριστο για την ομάδα δεν νομίζω. Είναι μια εμπειρία που δεν μπορώ να ξεχάσω».


Πώς ήταν η ατμόσφαιρα στα αποδυτήρια γύρω σου; Ο προπονητής, οι συμπαίκτες, σε υποδέχτηκαν καλά;

«Ναι, ναι, σίγουρα. Στην αρχή, βρισκόμουν στα αποδυτήρια με τα μεγάλα ονόματα. Ένιωθα δέος απέναντι σε τέτοιους ανθρώπους, αλλά οι παίκτες, όταν με βλέπουν στην αρχή, στην πρώτη προπόνηση, κάναμε «ρόντο» και μου έδιναν δυνατές πάσες, κακές πάσες. Προσπαθούσαν να διασκεδάσουν εις βάρος του νέου παίκτη. Όμως ένιωθα σιγουριά με την μπάλα στα πόδια. Ο τρόπος που την άγγιζα τούς φάνηκε κάπως ξεχωριστός. Έτσι, από εκείνη τη στιγμή, ενθουσιάστηκαν και είπαν: «Εντάξει, ας τον βοηθήσουμε για να μας βοηθήσει». Ήταν πολύ ωραίο, γιατί επρόκειτο για επαγγελματίες παίκτες, έμπειρους παίκτες. Δεν υπήρχαν πολλοί νεαροί παίκτες. Με υποδέχτηκαν λοιπόν πολύ καλά. Και ήταν μια καλή σεζόν».

Ο Σανμαρτεάν στο φιλικό με την Βίλεμ/Intime
Ο Σανμαρτεάν στο φιλικό με την Βίλεμ/Intime



Ήταν μια καλή σεζόν, ναι. Και προσωπικά για σένα, επειδή κάνατε το νταμπλ. Και το γκολ σου εναντίον του Πανιωνίου ήταν ένα από τα πιο σημαντικά, αν όχι το πιο σημαντικό.

«Ήταν σημαντικό, αλλά στη συνολική πορεία των αγώνων, ο καθένας πρέπει να επιτελέσει τον ρόλο του, να προσφέρει τη μαγεία στο παιχνίδι. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτή η ισορροπία στην ομάδα ήταν ο λόγος που κατακτήσαμε το πρωτάθλημα, επειδή είχαμε ένα μείγμα ταλαντούχων και έμπειρων παικτών. Πιστεύω ότι αυτό το μείγμα, καθώς και το γεγονός ότι ο προπονητής ήταν εξαιρετικός. Μιλούσε με τους παίκτες, τους έδινε ελευθερία. Πιστεύω ότι αυτός ο προπονητής, ο Σουμ, ήρθε την κατάλληλη στιγμή για μένα, γιατί μου έδινε την αυτοπεποίθηση ότι μπορώ να παίξω, μου έδινε την αυτοπεποίθηση ότι μπορώ να κάνω ό,τι θέλω με την μπάλα, χωρίς να με περιορίζει υπερβολικά με αυστηρά συστήματα, χωρίς να δεσμεύει τα χαρίσματά μου. Γιατί αν πας σε άλλες ομάδες, σε αναγκάζουν να παίζεις έτσι, ή αλλιώς, ή το στυλ παιχνιδιού αλλάζει πολύ. Τώρα δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει πια αυτό. Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολη περίοδος για παίκτες σαν μένα».


Η αποχώρηση του Σουμ, δηλαδή, ήταν μεγάλο ζήτημα για σένα.

«Η αλλαγή προπονητή άλλαξε λίγο τα πάντα. Άλλαξε το κλίμα· ο νέος προπονητής έρχεται με νέους παίκτες, οι οποίοι πρέπει να παίζουν επειδή ο σύλλογος επενδύει σε αυτούς. Δεν είχα την ωριμότητα να καταλάβω τέτοια πράγματα και απλώς να προσπαθήσω να κάνω υπομονή και να απολαύσω το παιχνίδι.Όταν με έβαζαν να παίξω, να κάνω απλώς το παιχνίδι μου. Εγώ όμως δεν το έβλεπα έτσι. Σκεφτόμουν: «Εντάξει, είμαι καλός παίκτης, γιατί δεν παίζω;» Αν είχα κάποιον δίπλα μου —πέρα από την οικογένεια— κάποιον που να ξέρει από ποδόσφαιρο και να έχει μια εξωτερική οπτική για το άθλημα, θα μπορούσε να μου πει: «Εντάξει, χαλάρωσε, μην βιάζεσαι, απόλαυσε το ποδόσφαιρο, δώσε τον καλύτερό σου εαυτό και μην αγχώνεσαι για τίποτα».
Ίσως μπορώ να «πουλήσω» λίγο τον εαυτό μου, λέγοντας ότι δεν έκανα αυτά τα χοντρά λάθη που κάνει ένας νεαρός παίκτης. Γι' αυτό στην Ελλάδα όλοι λένε: «φανταστικός παίκτης, αλλά τρελός τύπος». Ακόμα και σήμερα, όταν πηγαίνω στο γήπεδο και βγάζω φωτογραφίες με τους οπαδούς, μου λένε: «Ήσουν φανταστικός παίκτης, αλλά τρελός». Δεν ξέρω τι σημαίνει "τρελός", πραγματικά».


Ας πούμε, «έξω από τα συνηθισμένα».

«Ναι, αλλά αυτό πάει πακέτο με το ταλέντο. Οι ταλαντούχοι παίκτες έχουν στο υπόβαθρό τους μια τρέλα, κάποιες ανοησίες που δεν μπορείς να αποφύγεις. Το ταλέντο δεν σου δίνει μόνο καλά πράγματα. Πρέπει να διαχειριστείς και τα χειρότερα στοιχεία. Οπότε, τα τελευταία χρόνια, αφού έφυγα από τον Παναθηναϊκό, έπρεπε να δουλέψω πολύ πάνω στα αρνητικά μου σημεία. Έπρεπε να κάνω μια συζήτηση με τον εαυτό μου. Έπρεπε να βελτιωθώ. Έπρεπε να είμαι πιο χαλαρός στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Γιατί στο κομμάτι του ποδοσφαίρου, δεν είχα προβλήματα. Όπου κι αν πήγα, μπορούσα να παίξω. Αλλά έξω από το γήπεδο, δυσκολευόμουν λίγο να συνεννοηθώ καλά με τους ανθρώπους. Να βγω έξω μαζί σου, για παράδειγμα, να πιούμε ένα ποτό, να μιλήσουμε και να συμπεριφερθώ απλά ως άνθρωπος. Ήμουν κάπως, ξέρεις, επιφανειακός. Ήμουν λίγο εσωστρεφής. Μου ήταν δύσκολο να λειτουργήσω ως μέλος μιας ομάδας».


Εκείνη την εποχή, υπήρχε κάποιος συμπαίκτης ή κάποιος από το επιτελείο που ήταν πιο κοντά σου;

«Μιλούσα πολύ με τον Παπαδόπουλο, τον Επάλε, τέτοιου είδους παίκτες, που δεν έπαιζαν. Ο Παπαδόπουλος έπαιζε αρκετά, αλλά ο Επάλε όχι τόσο. Και όταν κάθεσαι στον πάγκο, είναι πιο εύκολο να έρθεις κοντά με τον τύπο που είναι κι αυτός απέξω. Και είναι τόσο δύσκολο να συνδεθείς με τους παίκτες που παίζουν, ξέρεις. Οι παίκτες που παίζουν είναι πάντα χαρούμενοι. Εκείνοι στον πάγκο δεν είναι χαρούμενοι, γιατί δεν νιώθουν μέρος της ομάδας. Νιώθουν παραγκωνισμένοι, ξέρεις. Δεν τους νιώθεις και πολύ κοντά σου. Αλλά έχει ενδιαφέρον να βλέπεις, πέρα από τη βασική ενδεκάδα, πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να βελτιώσουν τον χαρακτήρα τους, να βελτιώσουν τον τρόπο που αποτελούν μέρος της ομάδας. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον. Οπότε για μένα ήταν ωραία. Και στην εθνική ομάδα, έκανα παρέα με τους παίκτες που δεν έπαιζαν πολύ. Στην Ολλανδία, το ίδιο. Με αυτούς έκανα περισσότερη παρέα. Ήρθα πιο κοντά με κάποιους παίκτες που δεν έπαιζαν ποτέ στη βασική ενδεκάδα. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή είμαι... Νομίζω ότι είμαι λίγο περίεργος. Είμαι λίγο τρελός, ναι».

Ο Σανμαρτεάν με τον Επαλέ/Intime
Ο Σανμαρτεάν με τον Επαλέ/Intime


Μιλώντας για εκείνη τη σεζόν, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το νταμπλ, αλλά από εκείνο το σημείο και μετά, υπήρξαν κάποιες δυσκολίες. Δεν ξαναπήρατε το πρωτάθλημα. Έμεινες στην Ελλάδα για περίπου τρεισήμισι με τέσσερα χρόνια. Αυτή τη στιγμή, μετρά ήδη 16 χρόνια χωρίς τίτλο. Ως μέλος της ομάδας που κατέκτησε το νταμπλ, ποιο είναι το πιο σημαντικό συστατικό για να το πετύχεις;

«Νομίζω ότι όλα πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένα. Ξέρεις, ο σύλλογος, οι φίλαθλοι, οι προπονητές, οι παίκτες και το υπόλοιπο επιτελείο. Πιστεύω ότι όλα πρέπει να βρίσκονται στη σωστή θέση. Οι παίκτες πρέπει να προσαρμοστούν λίγο καλύτερα στους προπονητές, οι προπονητές στους παίκτες, οι προπονητές στο επιτελείο, μέχρι και με τους οδηγούς. Όλοι πρέπει να γίνουν ένα με τους φιλάθλους, με το τι εύχονται, τι θέλουν. Οπότε νομίζω ότι το πιο σημαντικό συστατικό είναι να υπάρχει ένα καλό περιβάλλον και σταθερότητα στον σύλλογο. Όπου κι αν έπαιξα, όταν η σταθερότητα από τους φιλάθλους, τον σύλλογο, τους προπονητές ήταν η ίδια και όλοι ήθελαν να κερδίσουν κάτι. Ήταν τέλειο. Όταν έρχονται αλλαγές, είναι κάπως... αλλάζεις προπονητή, αλλάζεις παίκτες, πρέπει να προσαρμοστούν, να έρθουν, να αποδώσουν.


Οπότε εκείνη τη στιγμή, νομίζω ότι η ομάδα απέδωσε γιατί όλοι είχαν τη δίψα να κερδίσουν. Το ένιωθα αυτό και στους Έλληνες παίκτες που έπαιζαν στην Εθνική Ομάδα όπως ο Σεϊταρίδης, ο Μπασινάς και όλοι οι άλλοι. Είχαν αυτή τη δίψα και όταν έχεις δίψα, όλα μπαίνουν στη θέση τους. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο συστατικό: η δίψα για διάκριση και το γεγονός ότι υπάρχει κάποιος, δηλαδή ο προπονητής, που σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορείς να κερδίσεις κάτι. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να ειπωθεί».


Και μετά την πρώτη σου σεζόν, αυτό άλλαξε. Υποθέτω ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά σε εκείνο το κομμάτι.

«Ναι, δεν ξέρω τι... Μου έχει συμβεί συχνά αυτό, ξέρεις. Όταν έμενα εκτός δράσης για μεγάλο διάστημα, έβλεπα και κάποια παιχνίδια στην τηλεόραση.Έβλεπα επίσης συνεντεύξεις παικτών, άκουγα τους φιλάθλους που δεν ήταν ευχαριστημένοι. Οπότε, όλα αλλάζουν μετά. Είναι κάπως δύσκολο να είσαι μέλος μιας ομάδας που κερδίζει κάτι και να διατηρείς το ίδιο κίνητρο για να κερδίσεις και την επόμενη χρονιά, και την μεθεπόμενη. Είναι κάπως περίπλοκο. Και ο Παναθηναϊκός άλλαξε. Άλλαξαν οι προπονητές: είχαμε τον Σουμ, είχαμε αυτόν τον Κροάτη, είχαμε τον Ιταλό. Οπότε αλλάζουν συχνά και πολύ. Αλλάζει πολύ η νοοτροπία. Οι προπονητές έρχονται με μια νέα προσέγγιση. Οι προπονητές ζητούν συγκεκριμένα πράγματα από τους παίκτες. Για κάποιους παίκτες δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν σε διαφορετικά είδη προπονητών. Γι' αυτό πιστεύω ότι αν βρεις τον κατάλληλο προπονητή, έχεις τα σωστά συστατικά, έχεις τους σωστούς παίκτες στις θέσεις τους και με τη δίψα για παιχνίδι... Νομίζω ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να περιγράψεις αυτά τα, ξέρεις, συστατικά για τη νίκη».


Έχω ήδη την απάντησή σου για τον αγαπημένο σου προπονητή στον Παναθηναϊκό: Ιτζάκ Σουμ. Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος;

«Ο Ιταλός προπονητής, ο Μαλεζάνι, ήταν δύσκολος, αλλά όχι τόσο δύσκολος. Απλά εγώ του πήγαινα κόντρα. Δεν ξέρω γιατί. Γιατί στην αρχή, όταν ήρθε στην ομάδα, με έβλεπε στην προπόνηση και έλεγε: «Ουάου, έχεις ποιότητα. Σε θέλω να παίζεις». Κι εγώ έλεγα: «Εντάξει, ωραία. Ας προπονηθούμε, ας δουλέψουμε για να γίνουμε καλύτεροι για την ομάδα». Αλλά μετά, πλησιάζαμε στα προκριματικά για τους ομίλους του Champions League. Δεν μου έδινε πολύ χρόνο συμμετοχής και, επειδή ήμουν νέος και ανώριμος, έλεγα κάποιες κακές κουβέντες. Εκείνος ήταν έμπειρος προπονητής, μεγάλο όνομα στον χώρο, και αντέδρασε ψύχραιμα. Η αντίδρασή του ήταν κάπως έτσι: «Πρέπει να τον βγάλουμε, γιατί δεν φαίνεται να ταιριάζει στην ομάδα». Όχι ως προς την ποιότητα – δεν μιλάμε για ποιότητα. Δεν είναι έτοιμος να γίνει μέλος της ομάδας. Οπότε, αυτή ήταν η σωστή απάντηση από τη δική του σκοπιά και από την πλευρά των ανθρώπων που έπρεπε να κατανοήσουν καλύτερα την «τρέλα» μου. Αλλά μετά συνέβη κάτι, που το θεωρώ το δεύτερο λάθος μου: δύο-τρεις μήνες αφότου με έδιωξαν, σημαντικοί παίκτες πήγαν στη διοίκηση και επειδή δεν κέρδιζαν – ξέρετε, ιταλικό στυλ, 0-0, έπαιζαν καλά, με δομή, οργανωμένα, ωραία, αλλά δεν θέλεις να βλέπεις την ομάδα να παίζει έτσι. Ξέρετε, για τους οπαδούς του Παναθηναϊκού χρειάζεσαι κάτι άλλο, πρέπει να σκοράρεις, να επιτεθείς, να έχεις την μπάλα, να κάνεις κάτι ξεχωριστό και οι παίκτες πηγαίνουν στη διοίκηση και λένε: "Ας φέρουμε αυτόν τον τύπο πίσω"».


Στον προπονητή ή στον πρόεδρο;

«Στον πρόεδρο. Και ήταν εκεί και οι προπονητές. Πήγαν στη διοίκηση και είπαν: «Τιμωρήστε τον, έχετε δίκιο, δεν λειτουργεί ως μέρος της ομάδας, αλλά χρειαζόμαστε την ποιότητά του, γιατί στα τελευταία 30 μέτρα μπορεί να κάνει κάτι ξεχωριστό για εμάς». Και ο προπονητής το αντιμετώπισε πολύ ψύχραιμα και είπε: «Εντάξει, ας τον φέρουμε πίσω γιατί χρειαζόμαστε την ποιότητά του». Αλλά μετά, όταν ήρθε σε μένα ο βοηθός προπονητή και είπε: «Πρέπει να επιστρέψεις γιατί πρέπει να παίξεις», απάντησα: «Εντάξει, αλλά γιατί; Είμαι τραυματίας. Με βγάλατε από την ομάδα, γιατί με βάζετε μέσα τώρα;» Αυτό είναι το δεύτερο λάθος μου. Και μετά μου είπαν: «Εντάξει, τελειώσαμε;»
Και ο πρόεδρος είχε συμφωνήσει να επιστρέψω. Δεν το ήξερα, αλλά όταν σου δίνουν μια δεύτερη ευκαιρία, πρέπει να κατανοήσεις πόσα έχουν συμβεί πίσω από την απόφαση. Οι παίκτες πηγαίνουν στον σύλλογο, ο σύλλογος συμφωνεί να σε δεχτεί πίσω, οι προπονητές επιτρέπουν να επιστρέψεις, βάζουν στην άκρη τον εγωισμό τους για να σε υποδεχτούν, κι εσύ απαντάς λέγοντας: «Εντάξει, είμαι τραυματίας, δεν μπορώ να παίξω για την ομάδα». Αυτό λοιπόν είναι το δεύτερο λάθος μου – μεγάλα λάθη, ξέρεις. Και το τρίτο λάθος: διώχνουν τον Μαλεζάνι και θέλουν να ανανεώσουμε. Απάντησα: «Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ. Έμεινα πολύ καιρό εκτός». Γιατί; Γιατί θέλετε να μου δώσετε μια δεύτερη ευκαιρία; Βλέπετε, δεν ταιριάζουμε. Δυσκολεύομαι, δεν μπορείτε να με καταλάβετε – ή μάλλον με καταλαβαίνετε- αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Τελικά έφυγα με μια πικρία – τώρα βλέπω αυτή την πικρία – επειδή ο σύλλογος έκανε τα πάντα για να νιώσω ευπρόσδεκτος στη χώρα και την ομάδα».


Μίλησες με τον πρόεδρο για το συμβόλαιο;

«Όχι, δεν μίλησα. Μίλησε ο μάνατζερ με τον σύλλογο κι εγώ απλώς του είπα: "Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν, απλώς βγάλε με από εδώ, δεν θέλω να μείνω άλλο"».


Ξέρεις, αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία, γιατί όλα αυτά τα χρόνια υπάρχουν αναφορές και αφιερώματα για εκείνο το περιστατικό με τον Μαλεζάνι – νομίζω ότι ήταν σε ένα άλλο παιχνίδι, εναντίον της Ρόμα;

«Ναι, ακριβώς».

Ο Σανμαρτεάν κόντρα στην Ρόμα / Πηγή: Ιntime
Ο Σανμαρτεάν κόντρα στην Ρόμα / Πηγή: Ιntime

Όλοι έπαιρναν το μέρος σου, έλεγαν ότι ο Λουτσιάν ήταν σπουδαίος παίκτης και ότι ο Αλμπέρτο έπρεπε να βρει τρόπο να τον βάλει να παίξει.
«Αλλά αν κάνεις τέτοια λάθη, ακόμα και οι καλύτεροι προπονητές δεν μπορούν. Είναι δύσκολο γι' αυτούς να καταλάβουν έναν τέτοιο παίκτη. Ειδικά επειδή ήταν και πολύ αυστηρός –ως προπονητής και ως χαρακτήρας. Όμως τώρα μπορώ να καταλάβω τον τρόπο που με τιμώρησε. Αλλά σκέψου έναν προπονητή που τιμώρησε έναν παίκτη και μετά θέλει να τον επαναφέρει επειδή μπορεί να βοηθήσει. Φαντάσου πόσο σπουδαίος μπορεί να είναι αυτός ο άνθρωπος ως προπονητής. Δεν σου δίνουν πολλοί προπονητές δεύτερη ευκαιρία.
Αν πεις καμιά βαριά κουβέντα, σε βγάζουν εκτός ομάδας και μετά θέλουν να σε ξαναβάλουν. Επειδή όλοι γύρω-γύρω λένε: «ας τον πάρουμε πίσω». Κι εκείνος συμφώνησε. Φαντάσου το μεγαλείο του. Ακόμα κι αν ήταν έντονος ή «τρελός», ήταν πραγματικά καλός προπονητής και πιστεύω ότι, σε ανθρώπινο επίπεδο, ήταν άψογος. Δεν το έβλεπα έτσι, έβλεπα μόνο τον εαυτό μου και αυτό ήταν κακή κρίση εκ μέρους μου, γιατί σε μία ομάδα πρέπει να βλέπεις τα οφέλη της, πώς μπορείς να γίνεις κομμάτι της, πώς μπορείς να βοηθήσεις μια ομάδα να γίνει καλύτερη. Όμως η ομάδα προσπάθησε να με προστατεύσει, προσπάθησε να με επαναφέρει, αλλά με τα λάθη μου, ήταν όπως το είπα, δεν ήθελα πια να μείνω εδώ».


Υπήρχε κάποιος κοντινός σου άνθρωπος που θα μπορούσε να σου αλλάξει γνώμη εκείνη τη στιγμή; Κανείς δεν σου είπε «άρπαξε αυτή την ευκαιρία, είναι ευκαιρία»;

«Όχι, γιατί η οικογένεια λέει «εντάξει», αλλά δεν μπορείς να ακούς πάντα τους γονείς σου, γιατί οι γονείς είναι γονείς – καλοί ή κακοί, πραγματικοί ή όχι – η οικογένεια σε αγαπάει. Σε δέχονται, ξεχνούν τα λάθη σου και προσπαθούν να πάρουν το μέρος σου. Κι εκείνη την εποχή, δεν χρειαζόμουν αυτό. Χρειαζόμουν κάποιον να με ταρακουνήσει δυνατά και να μου πει: «Φίλε, αυτή η ομάδα σου δίνει πολλά, εσύ δίνεις ελάχιστα σε αυτούς, μόλις το 10, 15, 20% του ταλέντου σου. Ξύπνα και προσπάθησε να γίνεις ο παίκτης που μπορεί να κάνει καλά πράγματα για αυτή την ομάδα. Προσπάθησε να μείνεις και να σε θυμούνται ως έναν από τους καλούς παίκτες αυτού του συλλόγου, αυτής της χώρας».
Κανείς δεν μου το είπε αυτό. Έτσι, έκανα τα λάθη μου, έκανα του κεφαλιού μου, έλεγα ότι θέλω να φύγω – απλά να πάω οπουδήποτε, απλά να φύγω. Αυτό είναι το τρίτο λάθος, ένα μεγάλο λάθος, γιατί η ομάδα αγωνιζόταν στο Champions League, ήταν μία σπουδαία ομάδα, με μεγάλους παίκτες, πολύ καλή νοοτροπία, υπέροχη χώρα. Γιατί να χάσεις την ευκαιρία; Γιατί να φύγεις από εκεί; Γιατί; Ναι, δεν μου άρεσε να παλεύω πολύ, νομίζω, γιατί ψυχολογικά, δεν ήμουν έτοιμος να παλέψω. Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη ζωή, πρέπει να παλέψεις για τη θέση σου, για την κατάλληλη στιγμή, για όλα όσα θέλεις να πετύχεις· πρέπει να παλέψεις. Ήμουν σαν μποέμ τύπος, ξέρεις, σαν ποιητής. "Εντάξει, αν μου το δώσεις, θα το δεχτώ· αν όχι, κανένα πρόβλημα, αν μπορώ, τότε θα φύγουμε"».

Ο Σανμαρτεάν μετά το γκολ του απέναντι στον Πανιώνιο / Πηγή: Intime
Ο Σανμαρτεάν μετά το γκολ του απέναντι στον Πανιώνιο / Πηγή: Intime

«Μιλάω με τον Λουτσέσκου, πιστεύω θα επιστρέψει στον ΠΑΟΚ»

Πόσα χρόνια σου πήρε για να αλλάξεις γνώμη και να καταλάβεις όλα αυτά που μου λες τώρα;
«Μέχρι τα 30».


Και αυτό είναι το σημείο όπου η καριέρα σου αρχίζει να απογειώνεται;

«Να ανεβαίνει, ναι, σίγουρα. Στα 30 ήμουν ώριμος, ήμουν χαλαρός, ήμουν ψύχραιμος, είχα περάσει από όλα αυτά τα πράγματα, ξέρεις: καλά, άσχημα και τότε είπα στον εαυτό μου: «Εντάξει, είμαι στη σωστή στιγμή τώρα, πρέπει να παίξω κι άλλα χρόνια για να με θυμούνται. Τι πρέπει να κάνω, τι μπορώ να κάνω;» Πρέπει να δουλέψω περισσότερο, πρέπει να σκύψω το κεφάλι και να προσπαθήσω να συγκεντρωθώ μόνο στο ποδόσφαιρο. Έτσι και στην Ολλανδία, έκανα κάποια λάθη, αλλά και εκεί αγαπήθηκα από την ομάδα, από τους προπονητές, από τους παίκτες.

Πέρασα πολύ δύσκολα όταν έφτασα εκεί, γιατί είχα καιρό να παίξω στον Παναθηναϊκό. Μου έκαναν πολύ δυνατές πάσες και αναρωτιόμουν: «Τι συμβαίνει με αυτούς τους τύπους;» Προσπαθούσαν να με βγάλουν εκτός· η ένταση της πάσας ήταν μεγάλη, η ένταση της μονομαχίας ήταν πραγματικά πολύ δυνατή και δεν ήμουν έτοιμος ούτε εκεί. Χρειάζεται πολύς χρόνος, χρειάστηκα κι εγώ τρεις-τέσσερις μήνες για να είμαι έτοιμος να παίξω, αλλά έζησα και πολύ καλές στιγμές εκεί. Ωστόσο, εκεί είχα περισσότερους τραυματισμούς απ' ό,τι στον Παναθηναϊκό, λόγω αυτής της έλλειψης σταθερότητας: το να μην παίζω για μεγάλο διάστημα στον Παναθηναϊκό και μετά να παίζω σε κάθε ματς στην Ολλανδία... αυτό σε «σπάει» λίγο, γιατί δεν είχα τη συνέχεια στις προπονήσεις, στα παιχνίδια, αλλά και στην ευθύνη του παιχνιδιού μου. Με έβλεπαν, είχαν μεγάλες απαιτήσεις, προσπαθούσα να δώσω πολλά και μετά ερχόταν ο τραυματισμός. Αυτό ήταν το πρώτο μισό της καριέρας μου. Καλές και κακές στιγμές, λάθη ή όχι, δεν θα άλλαζα τίποτα. Απλώς νομίζω ότι θα άλλαζα λίγο τον τρόπο που είμαι: να είμαι ευγενικός με τον κόσμο, πιο προσιτός, να δείχνω περισσότερη ενσυναίσθηση, να έχω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, γιατί φοβόμουν. Ακόμα και τώρα φοβάμαι αν κάποιος πει: «Ω, τι εκπληκτικός παίκτης!» – λέω «σταμάτα, μην το λες αυτό». Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι είναι ο χαρακτήρας μου.
Ο χαρακτήρας δεν αλλάζει. Η συμπεριφορά μπορεί να αλλάξει, αλλά ο χαρακτήρας όχι. Επίσης, είχα μια συνάντηση με τον Χάτζι πριν από μία εβδομάδα και εξηγούσα στους άλλους ανθρώπους «Ο βασιλιάς μας» του έλεγα. «Εγώ είμαι ο βασιλιάς και εσύ ο μάγος» μου έλεγε. Του ζήτησα να μην το λέει αυτό, γιατί μου φαίνεται πολύ δύσκολο να το υποστηρίξω. Δεν ξέρω γιατί. Έτσι είμαι εγώ. Κάποιοι άλλοι παίκτες το παρακάνουν, ενώ εγώ είμαι πολύ αφοσιωμένος και πολύ ταπεινός. Όπως λέει και το τραγούδι, «αυτός είμαι εγώ». Γι' αυτό και δεν μπόρεσα να πετύχω περισσότερα, επειδή δεν ήμουν συνεπής με τον εαυτό μου. Δεν γνώριζα τον εαυτό μου, τη δύναμή μου, τον εσωτερικό μου κόσμο, δεν καταλάβαινα τους ανθρώπους γύρω μου, τον τρόπο που κινείται το ποδόσφαιρο, πόσο γρήγορα, πόσο σπουδαίο είναι αυτό το άθλημα. Εγώ ήμουν λίγο πιο αργός. Τώρα βλέπω τα πράγματα διαφορετικά, αλλά πια έχω μεγαλώσει».


Έχεις συνεργαστεί με ψυχολόγο γι' αυτό;

«Συνεργάστηκα με ψυχολόγο αφού σταμάτησα το ποδόσφαιρο, γιατί όταν μου δόθηκε από τον κ. Μπουρλεάνου η ευκαιρία να γίνω μέλος της FRF, πέρασα έναν χρόνο με έναν ψυχολόγο, έναν αθλητικό ψυχολόγο —και όχι μόνο αθλητικό— προσπαθώντας απλώς να κατανοήσω τον εαυτό μου, το είδος του ηγέτη που είμαι, πώς μπορώ να γίνω μέλος μιας ομάδας, τι μπορώ να αλλάξω για να γίνω σημαντικό κομμάτι μιας ομάδας. Με δίδαξε πολλά, άλλαξε πολλές από τις απόψεις μου, άλλαξε πολύ τον τρόπο που βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου – όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά με άλλαξε και εμένα τον ίδιο. Φαντάσου να είχα κάποιον στα 20 μου, έναν ψυχολόγο, για να προσπαθήσει να καλλιεργήσει κάποια πράγματα μέσα μου· ίσως να είχα εξελιχθεί καλύτερα, ίσως και όχι.

Ήταν μια λέξη εντελώς άγνωστη τότε στον χώρο του ποδοσφαίρου, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ρουμανία, νομίζω.
«Ναι, το ίδιο και στη Ρουμανία, δεν το είχαμε αυτό. Αλλά τώρα, στην εθνική ομάδα Κ15 έχουν αθλητικό ψυχολόγο. Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε και να ενισχύσουμε την ποιότητά τους σε πνευματικό επίπεδο, ώστε να είναι έτοιμοι.
Παρέχουμε πολλές πληροφορίες. Αυτή η γενιά είναι τυχερή που έχει πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες. Όλα εξαρτώνται όμως από το πώς τις διαχειρίζεσαι. Αν είσαι στην ηλικία των 15, όπως ήμουν εγώ, και πολλοί άνθρωποι σου λένε «κάνε αυτό», αλλά εσύ κάνεις το δικό σου, ποτέ δεν ξέρεις».


Οπότε, αν ο Λουτσιάν Σανμαρτεάν επέστρεφε στην Ελλάδα στα 36 του χρόνια, αφού υπήρχε μια πρόταση από την Ξάνθη, θα βλέπαμε έναν εντελώς διαφορετικό παίκτη.

«Σίγουρα πιο ώριμο, καθώς ο χαρακτήρας είχε ήδη διαμορφωθεί. Όταν χαλαρώνεις και έχεις αυτοπεποίθηση, μπορείς να δείξεις και να αποδείξεις ένα διαφορετικό στυλ ποδοσφαίρου. Όταν είσαι ικανοποιημένος με την κατάσταση. Στο κάτω-κάτω, στα 36 μου, όταν πήγαινα στη Σαουδική Αραβία, δεν είχα τίποτα να χάσω. Απλά απόλαυσε το ποδόσφαιρο. Αυτό που δεν έκανα στο πρώτο μέρος της καριέρας μου —και είναι παράδοξο, ξέρεις— όταν είσαι νέος πρέπει να το απολαμβάνεις, πρέπει να έχεις ενέργεια. Έχεις μεγάλες προοπτικές. Όταν μεγαλώνεις, όλοι λένε: «Εντάξει, σπουδαίος παίκτης, αλλά είναι πολύ μεγάλος». Έτσι το βλέπω εγώ. Όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερος, το παιχνίδι ήταν διαφορετικό. Το ποδόσφαιρο, οι παίκτες, η φιλοσοφία ήταν διαφορετικές. Η ένταση, η ποιότητα, οι κινήσεις ήταν διαφορετικές. Οπότε ίσως, αν ερχόμουν τότε, θα έβλεπες έναν διαφορετικό παίκτη, ναι».

Σανμαρτεάν και Κονέ το 2016 / Πηγή: Eurokinissi
Σανμαρτεάν και Κονέ το 2016 / Πηγή: Eurokinissi



Ήσουν κοντά στο να υπογράψεις στην Ξάνθη;

«Όχι ακριβώς, πήγα στη Σαουδική Αραβία, στην Αλ Ιτιχάντ, κάτι που από οικονομική άποψη ήταν πολύ μεγάλο, επειδή διένυα τα τελευταία μου χρόνια στο ποδόσφαιρο, οπότε αν έχεις μια τέτοια ευκαιρία, πρέπει να την αξιοποιήσεις. Όσον αφορά την Ξάνθη, ίσως να επρόκειτο απλώς για την απόλαυση του ποδοσφαίρου, αλλά τα τελευταία μου χρόνια ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Τώρα αναλογίζομαι εκείνα τα τελευταία χρόνια στο ποδόσφαιρο και είμαι χαρούμενος με όσα πέτυχα τελικά, διότι αν έχεις ταλέντο αλλά δεν το δείχνεις, δεν το αποδεικνύεις, τότε παραμένει απλώς ταλέντο. Επομένως, τα τελευταία μου χρόνια ήταν πραγματικά εκπληκτικά· μια υπέροχη διαδρομή μέχρι το τέλος».


Εκείνη την εποχή, ο Ραζβάν Λουτσέσκου ήταν ο βασικός άνθρωπος που σε ήθελε, σωστά;

«Ναι, ακριβώς. Αν αναλογιστείς την πορεία του στο ποδόσφαιρο και όσα πέτυχε ο Ραζβάν Λουτσέσκου, ήταν αυτός που συνέβαλε στο να κληθώ στην εθνική ομάδα. Στην αρχή δεν ήταν ιδιαίτερα πεπεισμένος. Όταν ήμουν 28 ετών —νομίζω έπαιζα εναντίον της ομάδας του Λουτσέσκου— δεν είχε πειστεί απόλυτα, αλλά όταν με κάλεσε στην εθνική, καθώς όλοι έλεγαν «πάρ' τον, πάρ' τον» επειδή ήμουν καλός, είδε έναν διαφορετικό άνθρωπο, έναν διαφορετικό παίκτη.
Και αφού έφυγε —είχα παίξει μόνο ένα ή δύο παιχνίδια υπό τις οδηγίες του— δήλωσε στις εφημερίδες ότι είμαι ένας από τους πιο ταλαντούχους παίκτες στην ιστορία του ρουμανικού ποδοσφαίρου. Δεν είναι ότι δεν είχαμε άλλους σπουδαίους παίκτες, αλλά για μένα ένα και μόνο παιχνίδι άλλαξε όλη την οπτική του. Μου είπε: «Εντάξει, έκανα λάθη, δεν σε είχα προσέξει, αλλά τώρα σε βλέπω και μπορώ να σου δώσω αυτή την ευκαιρία». Εντάξει, πρακτικά δεν άλλαζε κάτι, αλλά είναι μεγάλο κομπλιμέντο και προέρχεται από έναν από τους κορυφαίους προπονητές μας αυτή τη στιγμή.
Από την άλλη, δεν είχα την ευκαιρία να δουλέψω με τον Μιρτσέα Λουτσέσκου, παρά μόνο στο τελευταίο διάστημα, όταν ήταν προπονητής της εθνικής ομάδας. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε πολύ για το ποδόσφαιρο, για τα πάντα.
Ήταν μια χαρά, και του είπα: «Όταν ήμουν 20 χρονών και πήγα στον Παναθηναϊκό, ήρθες να με δεις και είπες ότι δεν ήμουν αρκετά καλός».
Και πρόσφατα είχε έρθει στην εθνική ομάδα μαζί με τον Ιορντανέσκου για να μας βγάλει έναν λόγο και έρχεται σε μένα και μου λέει: «Είσαι πολύ καλός, πρέπει να οδηγήσεις την ομάδα στην πρόκριση». Είπα: «Τι;». Μου έλεγες: «Δεν είμαι αρκετά καλός, ενώ τώρα είμαι αρκετά καλός;» Είπε: «Όχι, είσαι εκπληκτικός». Γι' αυτό είναι διαφορετικός παίκτης, ξέρεις, βλέπεις τη μεγάλη προσωπικότητα, και ξέρω ότι είμαι καλός, οπότε μπορώ να κάνω καλά πράγματα για την ομάδα».


Ήταν μεγάλη απώλεια για το ρουμανικό ποδόσφαιρο, έτσι δεν είναι;

«Ναι, όπως και ο Ντομπρίν που είναι ο βασιλιάς, μαζί με τον Χάτζι, και έχουν ήδη πεθάνει, τα μεγάλα μας ονόματα έχουν φύγει πια από τη ζωή, γιατί η γενιά του 1982, του 1983, πέθανε για το ποδόσφαιρο, έφυγε εκεί που ήθελε: στο γήπεδο. Οπότε νομίζω ότι αυτό είναι κάπως εντυπωσιακό, γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούν να σταματήσουν. Μέχρι να πεθάνουν, δεν μπορούν να σταματήσουν. Τους αρέσει να πεθαίνουν στο γήπεδο, τους αρέσει να πεθαίνουν ανάμεσα σε παίκτες, τους αρέσει να είναι κομμάτι των παικτών. Οπότε νομίζω ότι αυτοί οι προπονητές που αλλάζουν τους παίκτες, για μένα, είναι πραγματικά εντυπωσιακοί. Το να έχεις έναν προπονητή σαν τον Λουτσέσκου, που άλλαξε την καριέρα του Χάτζι —που τον πήρε κοντά του, του έδωσε αυτοπεποίθηση, τον πήγε στην Ιταλία και του έδωσε μεγάλη ώθηση... Ο Χάτζι, για παράδειγμα, μου μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Μιρτσέα Λουτσέσκου. Ήταν ο πρώτος μας προπονητής, ο επικεφαλής προπονητής στην ομάδα Κ21, και μιλούσε τόσο, μα τόσο καλά για τον Λουτσέσκου. Συνεργάστηκε μαζί του στην Τουρκία και έλεγε ότι είναι σπουδαίος άνθρωπος, ένας εκπληκτικός προπονητής. Επομένως, είναι μεγάλη απώλεια για πολλούς».


Έδωσε, ας πούμε, στον γιο του τα απαραίτητα εφόδια για να γίνει σπουδαίος προπονητής, διότι ο Ραζβάν Λουτσέσκου έχει πετύχει σπουδαία πράγματα στην Ελλάδα, στον ΠΑΟΚ.

«Ναι, είναι σπουδαίος άνθρωπος, σπουδαίος προπονητής. Νομίζω ότι το να ανήκεις σε αυτή την οικογένεια, την οικογένεια Λουτσέσκου, συνεπάγεται μεγάλη πίεση, επειδή είναι ο γιος του πατέρα του – όπως ο Ιάνις Χάτζι είναι ο γιος του «βασιλιά» – οπότε έχουν μεγάλη πίεση. Αλλά ο καθένας τους, ακόμα και ο Λουτσέσκου, ακόμα και ο Ιάνις, προσπαθεί να χαράξει τη δική του πορεία, προσπαθεί να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, προσπαθεί να κάνει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Οπότε, νομίζω ότι αυτό είναι κάτι ξεχωριστό. Και ο Λουτσέσκου είναι ιδιοφυΐα. Διαβάζει τόσο καλά το παιχνίδι, διαβάζει τόσο καλά τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν διαβάζεις τους ανθρώπους, όταν διαβάζεις τους παίκτες, το να πετύχεις –όπως στον ΠΑΟΚ– είναι κάτι τόσο φυσικό, τόσο καλό, επειδή καταλαβαίνει τους παίκτες. Ξέρει πώς να συνδεθείς με τους παίκτες, με τους ανθρώπους, με το επιτελείο, με τους φιλάθλους, ξέρει πώς να δημιουργεί δεσμούς. Αυτό είναι κάτι ξεχωριστό. Αν θέλεις να γίνεις προπονητής, πραγματικά καλός προπονητής, πρέπει να διαθέτεις αυτά τα στοιχεία».


Έχεις μιλήσει μαζί του μετά την αποχώρησή του από τον ΠΑΟΚ;

«Ναι, μιλούσα μαζί του, του έστελνα μηνύματα κάθε φορά, του έλεγα καλά λόγια, επειδή κερδίζει στον ΠΑΟΚ, πράγμα εντυπωσιακό. Και τώρα ελπίζω να πηγαίνει καλύτερα εκεί που βρίσκεται, γιατί για μένα ήταν πραγματικά μεγάλη έκπληξη που έφυγε από τον ΠΑΟΚ».


Δεν περίμενες ότι θα έφευγε;

«Σίγουρα όχι. Επειδή έχει προσφέρει πολλά στην ομάδα, στο ποδόσφαιρο. Αλλά έτσι είναι η ζωή του προπονητή, αν και δεν περίμενα ότι θα τον άφηναν να φύγει. Δεν ξέρω γιατί. Επειδή τα πήγε τόσο καλά... Δεν ξέρω. Σε έναν σύλλογο, σε μια οικογένεια, συμβαίνουν συχνά αυτά. Αλλά είναι έτοιμος για νέα πράγματα. Ίσως να ήταν πολύς ο καιρός που έμεινε εκεί με την ομάδα, ίσως να χρειαζόταν μια αλλαγή στον ρόλο του. Οπότε πιστεύω ότι θα επιστρέψει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω ότι θα γυρίσει, επειδή αποτελεί σημαντικό κομμάτι του ΠΑΟΚ. Οπότε, όταν τον χρειαστούν, πιστεύω ότι θα πει το "ναι"».


Τι άνθρωπος είναι; Όχι ως προπονητής, όχι στο γήπεδο, αλλά έξω από το ποδόσφαιρο;

«Όπως είπα νωρίτερα: συνδέεται τόσο καλά με τους ανθρώπους. Είναι τόσο ταπεινός, τόσο χαλαρός, τόσο ψύχραιμος· ξέρει τι να σου πει, ξέρει πώς να σε προσεγγίσει. Επίσης, σε κάθε συζήτηση που κάνεις μαζί του, γνωρίζει κάθε πτυχή της συζήτησης. Και αυτό είναι εντυπωσιακό για μένα. Γιατί αν ξέρεις πώς να χειριστείς κάθε πλευρά όταν συζητάς με έναν παίκτη ή με έναν άνθρωπο, μπορείς να ελέγξεις την κατάσταση, μπορείς να ελέγξεις τα πάντα. Επομένως, αυτό απαιτεί υψηλή νοημοσύνη. Πιστεύω ότι αυτός ο τύπος διαθέτει άφθονη νοημοσύνη και συναισθηματική νοημοσύνη. Δεν αρκεί να είσαι έξυπνος, πρέπει να καταλαβαίνεις τους ανθρώπους. Άρα, αυτός ο τύπος βρίσκεται στο κορυφαίο επίπεδο».

Ο Ραζβάν Λουτσέσκου στον πάγκο του ΠΑΟΚ / Πηγή: Intime
Ο Ραζβάν Λουτσέσκου στον πάγκο του ΠΑΟΚ / Πηγή: Intime

«Απολαμβάνω τον Μαρίν της ΑΕΚ, είναι μετρονόμος για τη Ρουμανία»

Ο Ραζβάν Λουτσέσκου έφυγε, αλλά στο ελληνικό πρωτάθλημα υπάρχει ο Ηλίας Χαραλάμπους, πρώην προπονητής της Στεάουα. Ποια είναι η γνώμη σου γι' αυτόν; Τώρα είναι προπονητής του Λεβαδειακού.
«Ναι, με τον Χαραλάμπους παίξαμε και στη Βασλούι. Βρεθήκαμε εκεί, καθώς εγώ ήμουν 28 ετών και εκείνος ερχόταν να παίξει στη Βασλούι.
Άκουγα Βαλάντη, Νατάσα Θεοδωρίδου... Αυτοί είναι οι δύο καλλιτέχνες που πραγματικά απολαμβάνω να ακούω».


Έχεις κάποιο αγαπημένο τραγούδι;

«Από τον Βαλάντη έχω το «Ακροβατώ», το οποίο τραγουδούσα όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα, μπροστά στους παίκτες, το επιτελείο και όλους τους άλλους».


Θυμάσαι και τους στίχους;

«Μπορώ να καταλάβω μερικούς. Και τη Νατάσα τη συμπαθώ, γιατί απλά μου αρέσει. Ήμουν στα αποδυτήρια, τραγουδούσα και ήρθε ο Χαραλάμπους και μου είπε: «Ε, ρε μ@@@κ@, γιατί το ακούς αυτό;» Κι εγώ έλεγα: «Μ' αρέσουν αυτά, τα απολαμβάνω πραγματικά». Και δημιουργήθηκε μια σύνδεση, ξέρεις; Μέσω αυτής της μουσικής. Επίσης, στο παιχνίδι, έπαιζε αριστερός στόπερ και αργότερα αριστερό μπακ. Κι εγώ έπαιζα στην ίδια πλευρά, οπότε είχαμε πολύ καλή χημεία. Δεν περίμενα ότι θα τα πήγαινε τόσο καλά στη Στεάουα. Γιατί είναι σύλλογος με μεγάλη ιστορία. Ήταν νέος, ξέρεις, δεν είχε τόση εμπειρία ως προπονητής, αλλά ήταν εκπληκτικός. Ήταν κορυφαίου επιπέδου, έτοιμος να αντιμετωπίσει τα πάντα. Ξέρει πώς να μιλάει στον Μπεκάλι, στους παίκτες, στους οπαδούς, στα ΜΜΕ. Οπότε πιστεύω ότι η σύνδεσή του με την ομάδα, η ευφυΐα του, η συναισθηματική νοημοσύνη είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ πάνω από το συνηθισμένο. Είναι πραγματικά δύσκολο να έρθεις εδώ, να καταφέρεις να μείνεις τόσο καιρό στην ομάδα και να έχεις τόσο καλή απόδοση.
Είναι εκπληκτικό για μένα. Πώς το κατάφερε; Δεν ξέρω. Είχα πάει στην Τουρκία και μιλούσα λίγο μαζί του και τον ρώτησα: «Πώς κατάφερες να γίνεις κομμάτι της ιστορίας αυτού του συλλόγου;» Γιατί δεν είναι εύκολο. «Πώς κατάφερες να τα κρατήσεις όλα υπό έλεγχο; Γιατί δεν είναι εύκολο να είσαι μέλος αυτής της ομάδας». Είπε: «Αγαπώ το ποδόσφαιρο. Αγαπώ τους παίκτες. Αγαπώ τους ανθρώπους». Είναι κάτι σπουδαίο. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο τέλεια η κατάσταση από ό,τι τώρα. Απλώς ήθελα να τον συγχαρώ και να πω: «Εντάξει, συνέχισε έτσι, γιατί κάνεις φανταστική δουλειά». Αλλά μετά, ως προπονητής, η ζωή είναι μικρή, οπότε τον απέλυσαν. Όμως έκανε κάτι εξαιρετικό στην FCSB, πίστεψέ με. Δεν είναι εύκολο να αποδώσεις εκεί και το έκανε τέλεια, κατά τη δική μου άποψη».


Ήταν έκπληξη η μετακίνησή του στο ελληνικό πρωτάθλημα; Γιατί δεν πήγε σε κάποιον σύλλογο από τους «μεγάλους τέσσερις» ή τους «μεγάλους πέντε».

«Θέλει να προπονεί. Γιατί μετά από την FCSB, αν περιμένεις και περιμένεις τη μεγάλη μεταγραφή, αυτή δεν θα έρθει ποτέ. Οπότε πρέπει να διατηρήσεις ό,τι έχεις προπονητικά. Πρέπει να πηγαίνεις σε διαφορετικά αποδυτήρια, να συναντάς διαφορετικούς τύπους προσωπικοτήτων, παικτών, διαφορετικούς τύπους διοίκησης. Οπότε πρέπει να προσαρμόζεσαι στα πάντα. Πιστεύω λοιπόν ότι προετοιμάζει το μυαλό του συνεχώς, μέχρι να έρθει, όπως πιστεύω, μια μεγάλη μεταγραφή για εκείνον. Ας το ελπίσουμε. Αν τα πάει καλά, αν συνεχίσει να αποδίδει, πιστεύω σίγουρα ότι θα έρθει κάτι καλό για εκείνον».


Εκτός από αυτόν, έχουμε και τον Ράζβαν Μαρίν, ο οποίος είναι πολύτιμο μέλος της εθνικής ομάδας της Ρουμανίας. Παίζει στην ΑΕΚ, ποια είναι η γνώμη σου;

«Κάνει πολύ καλά πράγματα. Όταν έφυγε από την Ιταλία, σκέφτηκα: «Εντάξει, ίσως είναι μεγαλύτερος πια, γι' αυτό θέλει να φύγει», αλλά αποδίδει εξαιρετικά. Για εμάς, είναι απλώς ένας «μετρονόμος» σε αυτό το σύνολο της εθνικής ομάδας, αλλά βλέπω και κάποια παιχνίδια του και είναι τόσο άνετος, τόσο καλοδεχούμενος από τους ανθρώπους και μπορεί να δείξει ότι, όταν πηγαίνεις σε μια ομάδα και κινείσαι τόσο εύκολα, τόσο χαλαρά, τόσο φυσικά στο γήπεδο, καταλαβαίνεις ότι ο σύλλογος σε αγκαλιάζει πραγματικά και σε κάνει μέλος της ομάδας. Οπότε πιστεύω ότι, χάρη στην ποιότητά του —επειδή είναι έξυπνος παίκτης, με βάση τον τρόπο που αγωνίζεται— δείχνει όσα διαθέτει. Πραγματικά απολαμβάνω πολύ τις εμφανίσεις του».

Ο Ραζβάν Μαρίν πανηγυρίζει το 1-0 απέναντι στην ΛΑΣΚ / Πηγή: Eurokinissi
Ο Ραζβάν Μαρίν πανηγυρίζει το 1-0 απέναντι στην ΛΑΣΚ / Πηγή: Eurokinissi

Άρα παρακολουθείς αγώνες του στην ΑΕΚ;
«Παρακολουθώ κάποιους αγώνες, ναι, αλλά όχι τόσους πολλούς όσο παλαιότερα. Όμως, όταν έχουμε υποχρεώσεις με τις εθνικές ομάδες της Ρουμανίας —τώρα έρχεται ο Χάτζι και εμείς, με την Κ21, συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί— προσπαθούμε να συζητήσουμε για το ποιους παίκτες μπορούμε να πάρουμε από την ανδρική ομάδα. Εξετάζουμε λοιπόν κάθε παίκτη ξεχωριστά.
Έτσι, όταν φτάνουμε στην περίπτωση του Μαρίν, που παίζει στην Ελλάδα —και μου είπε ο Χάτζι: «Ε, αυτός ο τύπος παίζει στην πρώην ομάδα σου»— του λέω: «Ξέρεις την πρώην ομάδα μου. Απλώς είναι το ίδιο πρωτάθλημα». Γελάμε, αλλά παρακολουθώ τις κινήσεις τους· όταν ένας Ρουμάνος παίκτης μετακομίζει στην Ελλάδα προσπαθώ να ενημερώνομαι για το τι συμβαίνει. Πώς μπορεί να αποδώσει, ανάλογα με το αν είναι καλοδεχούμενος ή όχι, γιατί πιστεύω ότι οι Έλληνες όντως καταλαβαίνουν το ποδόσφαιρο. Παρόλο που είναι έντονοι και παθιασμένοι, πιστεύω ότι πραγματικά καταλαβαίνουν το ποδόσφαιρο και γνωρίζουν το άθλημα. Όταν μιλούν για ποδόσφαιρο, πιστεύω ότι οι Έλληνες όντως το καταλαβαίνουν σε βάθος. Οπότε, για μένα, αυτό είναι κάτι ξεχωριστό.
Όταν κάποιοι σου λένε «εντάξει, είσαι πολύ καλός παίκτης», όταν κοιτάζεις γύρω σου και βλέπεις τι είδους άνθρωποι κρίνουν τις εμφανίσεις σου, τώρα μπορώ να καταλάβω ότι όντως καταλαβαίνουν. Πραγματικά απολαμβάνουν το ποδόσφαιρο, ζουν και αναπνέουν για αυτό. Πιστεύω ότι πραγματικά, μα πραγματικά καταλαβαίνουν το ποδόσφαιρο».


Ανέφερες πριν ότι όταν ένας Ρουμάνος παίκτης έρχεται στην Ελλάδα, τον παρακολουθείς. Μίλησες με τον Ραζβάν πριν πάρει την απόφαση να υπογράψει στον ΑΕΚ;

«Δεν μιλήσαμε, δεν μιλήσαμε και πολύ, όχι. Αλλά νομίζω ότι γνωρίζει τα πάντα για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Όταν κάνει μια μεταγραφή, σίγουρα ξέρει τι ψάχνει. Επειδή είναι πραγματικά παίκτης με μεγάλη ποδοσφαιρική ευφυΐα.
Οπότε, πιστεύω ότι όταν άλλαξε ομάδα και ήρθε στην Ελλάδα, το έκανε στοχευμένα. Ξέρει τι κάνει. Έτσι, όταν έρχεται στην ομάδα και τον βλέπεις να αποδίδει, νομίζω ότι πήρε τη σωστή απόφαση. Τόσο ο σύλλογος όσο και ο ίδιος».

«Είμαι αισιόδοξος για τον φετινό Παναθηναϊκό»

Τι πιστεύεις με το επίπεδο του πρωταθλήματος; Γιατί είναι μεγάλο ζήτημα το ότι πολλοί παίκτες δεν θέλουν να υπογράψουν σε ελληνικές ομάδες επειδή φοβούνται μήπως χάσουν τη θέση τους στην εθνική ομάδα. Επειδή θεωρείται πρωτάθλημα χαμηλότερου επιπέδου. Ποια είναι η γνώμη σου γι' αυτό;
«Δεν ξέρω αν είναι χαμηλότερου επιπέδου. Έχω δει κάποια παιχνίδια. Πιστεύω ότι υπάρχει ποιότητα. Πιστεύω ότι υπάρχει ένταση στο παιχνίδι. Δεν νομίζω ότι είναι υποδεέστερο πρωτάθλημα. Δεν έχω δει αρκετά παιχνίδια για να κρίνω αν ισχύει αυτό ή όχι. Δεν έχω παρακολουθήσει αρκετά για να δω αν το επίπεδο έχει πέσει πραγματικά. Αλλά όταν βλέπω τον Παναθηναϊκό σε ένα τέτοιο παιχνίδι, όταν έρχεται αυτός ο σπουδαίος προπονητής και υπογράφει στον Παναθηναϊκό και βλέπεις τέτοια ένταση στα ματς».


Άρα είσαι αισιόδοξος για αυτή την ομάδα;

«Σίγουρα. Και τώρα το επίπεδο έχει ανέβει. Η ΑΕΚ παίζει καλά. Υπάρχει ο Ολυμπιακός, αλλά και ο Παναθηναϊκός. Υπάρχουν παίκτες. Βλέπεις τους προπονητές που έρχονται εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα πρωτάθλημα χαμηλού επιπέδου. Πιστεύω ότι υπάρχει πολύ υψηλή ποιότητα σε αυτό το πρωτάθλημα. Το αν θα υπογράψουν ή όχι, δεν το ξέρω. Δεν γνωρίζω πάρα πολλά. Αλλά ακόμα και όταν έπαιζα εγώ, υπήρχαν παίκτες κορυφαίας ποιότητας. Ακόμα και τώρα, όταν βλέπεις τις μεγάλες ομάδες, βλέπεις παίκτες κορυφαίας ποιότητας. Οπότε, πιστεύω ότι είναι ένα καλό πρωτάθλημα για να αγωνιστεί κανείς».


Ξέρεις ότι ένας από τους πρώην συμπαίκτες σου ήταν από τους ανθρώπους που εκτίμησαν πολύ τον Νίστρουπ και τον έφεραν στον Παναθηναϊκό. Μιλάω για τον Στέφανο Κοτσόλη, τον τεχνικό διευθυντή.

«Ναι, το ξέρω. Όταν βρέθηκα στο γήπεδο, ήρθε να με χαιρετήσει και να μου δώσει ένα βραβείο εκ μέρους του Παναθηναϊκού. Είναι ακριβώς ο ίδιος. Είναι ακριβώς το ίδιο πρόσωπο. Δεν έχει αλλάξει και πολύ, πραγματικά. Το ίδιο χαμόγελο, η ίδια σωματική διάπλαση, είναι ακριβώς ο ίδιος. Είναι εκπληκτικό».


Ο Τάκης Φύσσας το ίδιο, που σου απένειμε το βραβείο εκείνο το βράδυ.

«Ναι ναι και ήταν τέλεια. Χάρηκα πολύ που τον είδα. Και ο τρόπος που με πλησίασε και μου μίλησε, ήταν τόσο θερμός, τόσο οικογενειακός. Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω. Μόνο όταν φεύγεις και επιστρέφεις, και ο κόσμος σε υποδέχεται και σου δείχνει τόση αγάπη, πραγματικά καταλαβαίνεις τι είδους δεσμός υπήρξε. Αυτό μου λείπει. Μου λείπουν πολλά. Γιατί ήμουν κάπως, και βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους, πώς φέρονται, με ζεστασιά και αγάπη. Οπότε μόνο τότε καταλαβαίνεις τι έχανες. Δυστυχώς. Αλλά έτσι είναι η ζωή».


Μιλήσαμε για τον Τάκη Φύσσα, τον Κοτσόλη. Υπήρξε κάποιος συμπαίκτης σου σε αυτά τα τέσσερα χρόνια που σου έκανε, ας πούμε, τη μεγαλύτερη εντύπωση, που ήταν ο πιο τεχνικά χαρισματικός;

«Δεν νομίζω ότι εστίαζα στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Αν ανατρέξω στο παρελθόν, βλέπω τη γνώση του παιχνιδιού, παίκτες που κατανοούσαν τον ρόλο τους στο παιχνίδι και στην ομάδα. Με πολλή δύναμη, κάποιοι με ταχύτητα, κάποιοι με ευφυΐα, όπως ο Μπασινάς, που ήταν πραγματικά σαν μετρονόμος, αυτός που έλεγχε το παιχνίδι. Αν δεις τον Ολιζαντέμπε, που είχε αγνή δύναμη. Αν δεις το τελείωμα του «εννιαριού», τον Κωνσταντίνου. Βλέπεις δύναμη, βλέπεις το στυλ του παίκτη. Βλέπεις τον Σεϊταρίδη: πολλές κινήσεις, πολλή δύναμη. Βλέπεις, όχι απαραίτητα μεγάλη τεχνική κατάρτιση, αλλά γνώση του παιχνιδιού, ικανότητα ανάγνωσης του παιχνιδιού, να ξέρεις πότε να παίξεις κοντά, πότε μακριά, πότε γρήγορα, πότε αργά. Ξέρεις, τέτοιου είδους παίκτες απλά με κάνουν χαρούμενο. Το βλέπεις και σήμερα, γιατί αν κοιτάξεις πέρα από το ποδόσφαιρο, λίγοι παίκτες κάνουν ντρίμπλες. Υπάρχουν τόσο λίγοι παίκτες στον κόσμο που μπορούν να ντριμπλάρουν, να κάνουν πραγματική ντρίμπλα, γιατί πολλά έχουν αλλάξει. Αλλά αυτή είναι η δική μου οπτική, γιατί όπως σου είπα πριν, υπήρχε μεγάλος συνδυασμός στοιχείων. Βλέπεις τον Παπαδόπουλο να σκοράρει: δύναμη, ενέργεια. Αν προσπαθήσω να κατανοήσω το ποδόσφαιρο τώρα, στη δική μου ηλικία, τώρα μπορώ πραγματικά να ταυτιστώ με όλους τους παίκτες, στους ρόλους τους, στις θέσεις τους. Μπορώ να καταλάβω τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Όταν ήμουν νέος, κοιτούσα αν κάποιος έκανε ντρίμπλα και έλεγα «καλό είναι». Αλλά τώρα μπορώ να πω: το «έξι», αυτό πρέπει να κάνει. Το «οκτώ», αυτό πρέπει να κάνει. Το «έντεκα», το «εννέα», αυτά πρέπει να κάνουν. Τώρα δεν χρειάζεται να ντριμπλάρουν τους πάντες. Οπότε εντυπωσιάστηκα. Τώρα, όταν αναλογίζομαι τα πάντα, εντυπωσιάζομαι από τη γνώση τους για το παιχνίδι και την ποιότητα —τη δύναμη, την ταχύτητα, την ευφυΐα. Γι' αυτό έπαιξαν στο κορυφαίο επίπεδο. Είχαμε πολλούς διεθνείς παίκτες, παίκτες εθνικών ομάδων. Αν δεν είσαι αρκετά καλός, δεν μπορείς να παίξεις στην εθνική ομάδα. Ήταν η μεγαλύτερη ομάδα στην οποία έπαιξα, με τα μεγαλύτερα ονόματα, με αγώνες στο Champions League. Για μένα, λοιπόν, αυτή η ομάδα μού έδωσε την ευκαιρία να παίξω σε αυτά τα εκπληκτικά παιχνίδια. Ήταν κάτι ξεχωριστό. Απλώς λυπάμαι που δεν τους έδωσα όσα θα μπορούσα να δώσω. Γιατί αν ήμουν λίγο πιο χαλαρός και πιο ώριμος, θα μπορούσα να αποδώσω καλύτερα. Αυτό είναι το μόνο μου παράπονο σχετικά με αυτή την ομάδα».

Σανμαρτεάν και Φύσσας το 2025 στη Λεωφόρο / Πηγή: Intime
Σανμαρτεάν και Φύσσας το 2025 στη Λεωφόρο / Πηγή: Intime

«Το βράδυ που τραγούδησα το "Ακροβατώ σ' ένα σχοινί" στην Πέγκυ Ζήνα»

Αυτά είναι τα συναισθήματά σου για τον Παναθηναϊκό;
«Αυτό νιώθω για τον Παναθηναϊκό. Άφησα ένα στίγμα, αλλά δεν έχτισα όνομα πάνω σε αυτό. Γιατί αν θέλεις να γίνεις θρύλος της ομάδας, πρέπει να αποδίδεις καλά για πολλά χρόνια, να πετύχεις πολλά, να κερδίσεις πρωταθλήματα, κύπελλα. Πρέπει να γίνεις κομμάτι αυτής της ομάδας. Απλώς αφήνω ένα στίγμα, κάτι μικρό. Κι αυτό είναι όλο».


Νομίζω ότι εκείνο το γκολ εναντίον του Πανιωνίου, κι εκείνα τα γκολ από τον Ολιζαντέμπε στα τελευταία στάδια των αγώνων, που έφεραν το πρωτάθλημα στον Παναθηναϊκό εκείνη τη χρονιά, σημαίνουν κάτι περισσότερο από ένα απλό στίγμα. Και 20 χρόνια μετά, να σε θυμούνται και να σε αγαπούν έτσι...

«Αυτό είναι το πιο σημαντικό, αλλά όταν με ρωτούν αν βλέπω τον εαυτό μου στον Ντόμπριν ή στον Χάτζι ή στον οποιονδήποτε. Όχι. Δεν έπαιξα σε Παγκόσμια Κύπελλα, δεν έπαιξα στο Champions League, δεν έπαιξα στην Μπαρτσελόνα ή στη Ρεάλ Μαδρίτης. Αλλά όπου κι αν έπαιξα, έδωσα κάτι στον κόσμο που θα το θυμάται. Οπότε, για μένα, αυτό είναι το πιο σημαντικό.
Γιατί αν είσαι αυθεντικός και μοναδικός με τις ικανότητές σου και τους δίνεις έστω και λίγη από τη μαγεία σου, αυτό μένει για πάντα στον κόσμο. Αυτή είναι λοιπόν η κληρονομιά μου, το κορυφαίο. Γιατί με ρωτούν, λένε, «Α, αλλά δεν κέρδισες εκείνο, δεν πήγες εκεί». Λέω: «Εντάξει, δεν πήγα». Δεν έπαιξα στο υψηλότερο επίπεδο που θα μπορούσα. Αν ήμουν πιο ώριμος, αν γνώριζα τον εαυτό μου λίγο καλύτερα, αν ο τρόπος που βίωνα το ποδόσφαιρο ήταν διαφορετικός. Αλλά φαντάσου, αν αφήσω κάτι πίσω και με θυμάσαι, ακόμα κι αν δεν έπαιξα 100 παιχνίδια με την εθνική ομάδα, ή ακόμα κι αν δεν έπαιξα στην Μπαρτσελόνα, αλλά με θυμάσαι ακόμα και σήμερα, αυτό είναι το κορυφαίο. Και ο κόσμος δεν λέει ψέματα. Οι απλοί άνθρωποι, οι οπαδοί δεν λένε ψέματα. Δεν τους νοιάζει να κερδίζεις τρόπαια, να σηκώνεις κύπελλα. Απλώς ότι κερδίζεις τις καρδιές τους με κάτι. Και αυτό είναι το ξεχωριστό.
Γιατί κέρδισα τις καρδιές αυτών των ανθρώπων με κάτι. Όχι με πολλά, αλλά απλώς με κάτι. Ένα ίχνος από κάτι».


Υπήρξε κάποιος —όχι συμπαίκτης, αλλά αντίπαλος— που σου τράβηξε την προσοχή, που ήταν μοναδικός; Γιατί εκείνη τη στιγμή, υπήρχε ο Ριβάλντο, ο Τουρέ...

«Ναι, ο Ριβάλντο με τον Τζιοβάνι ήταν εκπληκτικοί παίκτες, αλλά το ποδόσφαιρο, για μένα, εκείνη την εποχή, ήταν διαφορετικό. Δεν παρακολουθούσα ιδιαίτερα τους άλλους παίκτες. Δεν αντάλλαζα φανέλες. Δεν ήμουν τόσο συγκεντρωμένος στο παιχνίδι με την έννοια της παρακολούθησης των αντιπάλων. Εστίαζα μόνο στον εαυτό μου, στο να αφήσω κάτι πίσω μου, να κερδίσω κάτι, να προσφέρω κάτι στον κόσμο. Τώρα θυμάμαι πολλούς ανθρώπους και όταν κοιτάζω πίσω, θυμάμαι στην ΑΕΚ εκείνον τον μέσο...»


Τον Κατσουράνη.

«Ναι, υπήρχαν πολλοί εκπληκτικοί παίκτες. Όταν κοιτάζω πίσω τώρα, αναλογίζομαι τα πάντα. Υπήρχε ο Τζιοβάνι, ο Ριβάλντο, ο τύπος στην ΑΕΚ (ενν. τον Λυμπερόπουλο). Είχαμε πολλούς σημαντικούς παίκτες στην ομάδα μας, όπως τον Χένρικσεν και άλλους, κορυφαίους, εκπληκτικούς. Τώρα μπορώ να πω κάτι γι' αυτούς, αλλά τότε ήμουν απλώς πολύ συγκεντρωμένος στην απόδοσή μου. Όχι στο πώς τα πήγαινα με τον κόσμο, αλλά στο παιχνίδι καθαυτό. Όταν είχα χρόνο να παίζω, ήμουν χαρούμενος. Όχι ενθουσιασμένος, αλλά χαρούμενος».


Υπάρχει κάτι, κάποια ιστορία που δεν ξεχνάς ποτέ για την Ελλάδα, είτε εντός είτε εκτός ποδοσφαίρου;

«Εκτός ποδοσφαίρου, δεν είχα κάποια, γιατί δεν έβγαινα πολύ έξω. Ήμουν, όπως σου είπα και πριν, εσωστρεφής, άνθρωπος που κοιτάζει τον εσωτερικό του κόσμο. Δεν έβγαινα πολύ έξω. Δεν ήμουν ο τύπος των πάρτι. Αλλά όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα, ήταν μια πραγματικά ωραία στιγμή στο τέλος. Δεν μπορώ να την ξεχάσω. Πρέπει να ήταν γύρω στις 4 ή 5 το πρωί. Ήμασταν στην Πέγκυ Ζήνα. Δεν ξέρω ποιος τραγουδούσε. Οι παίκτες έπιναν, κάπνιζαν.
Για μένα ήταν, ξέρεις, επειδή πρέπει να γιορτάσεις το πρωτάθλημα με ένα πούρο κι εγώ αναρωτιόμουν: «Τι είναι αυτό;» Για μένα, ήταν πραγματικά κάτι έξω από τα συνηθισμένα».

Το γλέντι του Παναθηναϊκού για την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2004/Intime
Το γλέντι του Παναθηναϊκού για την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2004/Intime

Αυτή ήταν η πρώτη φορά στα μπουζούκια;
«Ναι, σίγουρα. Και μετά, στις 4 η ώρα, ήμουν με τον ταξιτζή, έναν συγκεκριμένο που με πήγαινε από το σπίτι στο προπονητικό κέντρο και με γύριζε πίσω. Και είχαμε μια καλή σχέση. Και αυτός ο τύπος ήταν εκεί μαζί μας το πρωί και είπε στην τραγουδίστρια αν μπορεί να πει το «Ακροβατώ» του Βαλάντη. Εκείνη είπε, εντάξει. Και οι υπόλοιποι ρώτησαν: «Γιατί;» Επειδή μιλούσε ελληνικά μαζί τους. Και είπε: «Επειδή ο Λουτσιάν θέλει να τραγουδήσει». Εγώ τα έχασα, γιατί δεν κατάλαβα τι είπε και ήρθε σε μένα. Ο κόσμος στεκόταν απλώς εκεί, στον πάνω όροφο. Κανονικοί θαυμαστές. Οπότε είπα: «Εντάξει, ας τραγουδήσουμε».
Και άρχισαν να τραγουδούν αυτό το τραγούδι. Ήμουν κάπως χαρούμενος. Έπινα ένα-δυο ποτήρια κρασί. Και έπρεπε να κάνω κάτι. Απλώς σηκώθηκα μαζί του και τραγουδήσαμε το «Ακροβατώ» και τον ρωτούσα για τους στίχους.
Όταν τελειώσαμε, επικράτησε σιωπή για 10, 15 ή 20 δευτερόλεπτα.
Προσπαθούσα να πω σε αυτόν τον τύπο ότι ήταν λάθος. Η φωνή μου δεν είναι καλή. Το ξέρω, το καταλαβαίνω, δεν είπα τα σωστά λόγια. Αλλά γιατί δεν λένε τίποτα; Και μετά από 20 δευτερόλεπτα, η διοίκηση, οι παίκτες και η οικογένεια ξεσπούν κάπως έτσι, πετώντας χαρτοπετσέτες. Ακριβώς έτσι. Δεν μιλούσα πέρα από «Καλημέρα», «Καληνύχτα», «Καλησπέρα». Τέτοιες λέξεις. Δεν είπα πολλά, αλλά όταν με άκουσαν να τραγουδάω στα ελληνικά, όχι κάτι ιδιαίτερο, για εκείνους είπαν «ουάου». «Τι συνέβη; Αυτός ο τύπος δεν μιλάει ποτέ εδώ και τρία χρόνια. Δεν λέει τίποτα πέρα από “Καληνύχτα”, “Καλημέρα”, “Καλησπέρα”, “Ευχαριστώ”. Τι συνέβη;» Ξέσπασαν και οι οπαδοί επίσης. Για μένα ήταν κάτι ξεχωριστό. Προσπάθησαν να έρθουν κοντά μου, να με ταρακουνήσουν, να με αγκαλιάσουν. Ήταν μια ξεχωριστή στιγμή, επειδή ήρθε μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου. Εκείνη τη στιγμή, απλώς ολοκληρώθηκε ο τρόπος με τον οποίο έγινα κομμάτι της ομάδας».


Αλλά μπορείς να το τραγουδήσεις καλά.

«Δεν ξέρω αν μπορώ να το τραγουδήσω καλά. Η φωνή μου δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά μπορώ να πω τα λόγια. Όταν μαθαίνεις ένα τραγούδι, σε όποια χώρα κι αν πας, αν σου αρέσει ένα τραγούδι και προσπαθείς να μάθεις τα λόγια, βγαίνει φυσικά. Αυτός ο τύπος, ο οδηγός του ταξί, με άκουγε συχνά, γιατί κάθε φορά μου έβαζε αυτό το τραγούδι κι εγώ το τραγουδούσα επειδή μου άρεσε. Κι έτσι ήξερε ότι μπορώ να τραγουδήσω. Γι' αυτό και πρότεινε στη διοίκηση να μοιραστώ μια στιγμή μαζί τους, και ήταν τόσο ξεχωριστή, τόσο ωραία. Ήταν μια εκπληκτική, πραγματικά εκπληκτική στιγμή».

«Ευχαριστώ τον Παναθηναϊκό και συγγνώμη...»

Η κορυφαία στιγμή;
«Η κορυφαία στιγμή ήταν το πρώτο μου παιχνίδι εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Όταν χάσαμε με 5-0 στην έδρα τους, αλλά για μένα ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι πρέπει να δουλέψω πολύ για να γίνω καλύτερος παίκτης. Παίξαμε εναντίον των Νίκι Μπατ, Πολ Σκόουλς, Ράιαν Γκιγκς, Ρίο Φέρντιναντ, και μετά στην Ελλάδα, ο Ρονάλντο είχε υπογράψει το συμβόλαιό του. Και όταν τους είδα να παίζουν εκεί, την ένταση, την ποιότητα, την ταχύτητα, τη δύναμη, ήταν απλά... Ήταν η κορυφαία στιγμή που συνειδητοποίησα ότι πρέπει να δουλέψω και να κάνω κάτι παραπάνω για να γίνω καλύτερος. Δεν αρκούσε το ταλέντο. Δεν αρκούσε το ταλέντο. Είχα πραγματικά πολύ άσχημο συναίσθημα μέσα μου, αλλά είναι απλώς ένα φυσιολογικό συναίσθημα. Χάνουμε, αλλά δεν είναι ακριβώς ήττα. Ο τρόπος που αγωνιζόμασταν, ο τρόπος που εγώ αγωνιζόμουν, δεν ήταν στο καλύτερο δυνατό επίπεδο. Οπότε εκείνη την εποχή σκέφτηκα: «Εντάξει, πρέπει να συγκεντρωθείς, πρέπει να κάνεις κάτι παραπάνω, πρέπει να πάρεις κάποιον» και έτσι έφερα έναν προπονητή φυσικής κατάστασης από τη Ρουμανία. Έμεινε μαζί μου και προσπαθήσαμε να βελτιώσουμε τις αθλητικές μου επιδόσεις. Πρέπει, λοιπόν, να αλλάξεις, να προσαρμοστείς. Αν δεν προσαρμοστείς, δεν γίνεσαι καλύτερος. Έτσι, όταν συνειδητοποίησα ότι το ταλέντο δεν αρκεί για να αγωνίζεσαι στο κορυφαίο επίπεδο, γιατί το Champions League είναι το κορυφαίο επίπεδο, αν δεν κάνεις κάτι καλύτερο, αν δεν κάνεις κάτι παραπάνω, δεν μπορείς να αποδώσεις σε αυτό το επίπεδο. Υπάρχουν τα καλά και τα κακά, αλλά μαθαίνεις από όλα· μαθαίνεις από τα πάντα. Αν δώσεις λίγη προσοχή στους ανθρώπους ή στον τρόπο που προσπαθούν να αμφισβητήσουν διάφορα πράγματα, μπορείς να δώσεις στον εαυτό σου μερικές πραγματικά σωστές απαντήσεις. Σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο, καλύτερο ποδοσφαιριστή, καλύτερο φίλο».


Πριν κλείσουμε τη συνέντευξη, μετά από όλα αυτά που είπες, θα ήθελα να σε ρωτήσω: αν είχες την ευκαιρία να αλλάξεις κάτι, να κάνεις μία κίνηση στην καριέρα σου, ποια θα ήταν αυτή; Τι θα άλλαζες;

«Είναι η ερώτηση που μου κάνουν όλοι. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, για να γίνω καλύτερος και η καριέρα μου δεν θα σταματούσε στον Παναθηναϊκό, αλλά θα μπορούσε να φτάσει ως την Μπαρτσελόνα... Δεν ξέρω τι να πω. Αν θέλω να αλλάξω κάτι; Δεν ξέρω αν έχω τη δύναμη να αλλάξω κάτι. Τα μικρά λάθη, τα μικρά πράγματα που έκανα απλώς επειδή το «εγώ» μου δεν ήταν ικανοποιημένο, αυτά θα τα αφαιρούσα. Τα υπόλοιπα —την ποιότητα του παιχνιδιού, τις προσωπικότητες, τους χαρακτήρες, τους παίκτες, τους προπονητές, τους φιλάθλους, τα πάντα— δεν θα άλλαζα τίποτα στην καριέρα μου. Αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που άλλαξε λίγο και κλόνισε κάπως την καριέρα μου, νομίζω ότι θα την άλλαζα. Έναν καβγά με τον Μαλεζάνι, σίγουρα θα τον άλλαζα. Με τον Σκάζνι, επίσης. Αν η ομάδα ήθελε να μείνω λίγο ακόμα για να ολοκληρώσω την καριέρα μου εκεί, επειδή πιστεύουν σε μένα και με εμπιστεύονται, θα το άλλαζα κι αυτό. Θα έμενα και θα προσπαθούσα να αποδείξω την αξία μου, θα προσπαθούσα να παλέψω. Νομίζω ότι αυτό είναι που θα άλλαζα: λίγο τον εαυτό μου, σε ψυχολογικό επίπεδο. Δεν θα άλλαζα τον χαρακτήρα μου γιατί αυτός είμαι εγώ. Θα άλλαζα τις συμπεριφορές, για να γίνω καλύτερος, να θέλω κάτι, να παλεύω, να θέλω, να επιθυμώ, να προσπαθώ να δώσω στον σύλλογο την εμπιστοσύνη που έδειξαν όταν με αγόρασαν, όταν με εμπιστεύτηκαν. Ενώ εγώ έδειξα απλώς κάποιες στιγμές αλλά δεν ανταποκρίθηκα στην επιλογή τους, γιατί όταν με πήραν, πίστεψα σε μένα. Αυτό λοιπόν θα άλλαζα. Θα προσπαθούσα να αποδίδω στο υψηλότερο επίπεδό μου και όταν φύγω από αυτή την ομάδα ή από αυτή τη χώρα, να λένε: «Εντάξει, τον εμπιστευτήκαμε και μας τα έδωσε όλα». Αυτό λοιπόν θα άλλαζα. Να προσπαθώ να δίνω τα πάντα για αυτή την ομάδα και μετά. Όταν φεύγεις, κανείς δεν μπορεί να σε αμφισβητήσει. «Έχεις την ποιότητα, αλλά δεν έχεις την προσωπικότητα. Είσαι τρελός, αλλά είσαι καλός. Σε θυμόμαστε ακόμα».
Σε κάποιους αρέσεις και σε κάποιους όχι. Αυτό θα άλλαζε κάτι. Θα άλλαζα το πώς έγινα μέρος της ιστορίας αυτής της ομάδας. Κι αυτό πηγάζει από μέσα μου. Αυτό θα άλλαζα».


Σε ευχαριστώ πολύ, Λουτσιάν, γι' αυτή την ειλικρινή και βαθυστόχαστη συνέντευξη.

«Δεν ξέρω πόσο βαθιά ήταν, αλλά ήταν η ζωή μου. Εφόσον είμαι εδώ και σας μιλάω, θα ήθελα να πω ένα ευχαριστώ στον Παναθηναϊκό που με εμπιστεύτηκε, που με πήρε στην ομάδα, που μου έδωσε την ευκαιρία να δω το καλύτερο ποδόσφαιρο της ζωής μου. Οπότε... Συγγνώμη αν δεν έδωσα τον καλύτερο εαυτό μου, αλλά εκείνοι μου τα έδωσαν όλα. Μου έδωσαν το βήμα, μου έδωσαν το γήπεδο, μου έδωσαν τα πάντα για να αποδώσω στο υψηλότερο επίπεδο.
Θα τους ευχαριστώ γι' αυτό, ακόμα κι αν δεν τους έδωσα όλο μου το είναι. Κλείνουμε, λοιπόν, κάπως έτσι. Ελπίζω να είναι ένα σαφές μήνυμα για τη νέα γενιά: να μην κάνουν τα ίδια λάθη... ή μάλλον, να κάνουν λάθη, αλλά μικρά λάθη, όχι μεγάλα λάθη, ώστε να μπορούν να αλλάξουν τη ζωή και την καριέρα τους».

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google