Ο Γερμανός που αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 ως γυναίκα
Η Ντόρα δεν ήξερε ότι ήταν ο Χάινζ. Το κατάλαβε, αφού πρώτα έκανε παγκόσμιο ρεκόρ και το επικοινώνησε το 1938 στον σταθμό του Μαγδεμβούργου.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1938 πήρε το εξπρές τρένο από τη Βιέννη με προορισμό την Κολωνία. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου, που είχε διεξαχθεί στην αυστριακή πρωτεύουσα λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο για το Γερμανικό Ράιχ, περνώντας τον πήχη στο άλμα εις ύψος που είχε στηθεί στο ένα μέτρο και 70 εκατοστά. Επίδοση που αποτέλεσε τότε νέο παγκόσμιο ρεκόρ.
Το μεσημέρι, το τρένο σταμάτησε στον σταθμό του Μαγδεμβούργου. Η Ντόρα Ράτιεν κατέβηκε στην αποβάθρα για να ξεμουδιάσει, όταν την πλησίασε ένας αστυνομικός και της ζήτησε να επιδείξει την ταυτότητα.
Ένας ελεγκτής εισιτηρίων είχε ενημερώσει τον αρχιφύλακα της αστυνομίας ότι μια γυναίκα που καθόταν στο τρένο ήταν στην πραγματικότητα άνδρας. Εκείνος κοίταξε προσεκτικά τη Ράτιεν και παρατήρησε πόσο τριχωτά ήταν τα χέρια της. Εκείνη έβγαλε μια διαπίστευσή της από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, όμως ο αστυνομικός δεν πείστηκε για την ακρίβεια των δεδομένων. Της ζήτησε να πάρει την τσάντα της, να κατέβει από το τρένο και να τον ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα.
Ήταν αποφασισμένος να εξακριβώσει αν η Ράτιεν ήταν γυναίκα ή άνδρας. Μάλιστα την απείλησε ότι θα την υποβάλει σε… ειδική εξέταση. «Κι αν αντισταθώ;» ρώτησε η Ράτιεν. Η απάντηση που πήρε ήταν πως θα κατηγορούνταν για παρεμπόδιση του έργου της αστυνομίας.
Η αθλήτρια δίστασε για λίγο και στη συνέχεια είπε ότι πράγματι ήταν άνδρας.
Η Ντόρα Ράτιεν συνελήφθη στις 12:15 το μεσημέρι. Τραβήχτηκαν φωτογραφίες σύλληψης, καταγράφηκαν τα στοιχεία της υπόθεσης, ξεκίνησε προκαταρκτική διαδικασία και κατηγορήθηκε για απάτη. Το χρυσό μετάλλιο της Ράτιεν κατασχέθηκε αμέσως.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1938, σκότωσε μέσα της την 19χρονη αθλήτρια και ξεκίνησε η πρώτη μέρα της επόμενης ζωής της. Το όνομά της από τότε μέχρι τον θάνατο (22 Απριλίου 2008) ήταν Χάινριχ Ράτιεν. H ίδια στο εξής χρησιμοποιούσε το ανδρικό χαϊδευτικό του Χάινριχ, που είναι το Χάινζ.
Ερμαφρόδιτος, τρανς ή απλώς ένα αγόρι που ντύθηκε κορίτσι;
Η υπόθεση Ράτιεν αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα αθλητικά σκάνδαλα, στα οποία ένας άνδρας ντυμένος με γυναικεία ρούχα κατάφερε να ξεγελάσει του πάντες μέχρι τη μοιραία επιβίβαση στο τρένο. Η υπόθεση προσέλκυσε το ενδιαφέρον και ερευνητών φύλου και μπορεί το περιστατικό να συνέβη πριν από 88 χρόνια, αλλά -κατά κάποιον τρόπο- παραμένει επίκαιρο. Ειδικά τις τελευταίες μέρες όπου άνδρες, πρώην παίκτες του NBA εκμεταλλευόμενοι κάποια κενά στο καταστατικό του WNBA, δήλωσαν πρόθυμοι να λάβουν μέρος στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ γυναικών.
Το τι συνέβη όμως με τον Ράτιεν είναι μία διαφορετική περίπτωση. Ήταν ερμαφρόδιτος, τρανς ή απλώς ένα αγόρι του οποίου το φύλο είχε προσδιοριστεί λανθασμένα κατά τη γέννηση του; Διότι, η αλλαγή της ταυτότητάς του, δεν ήταν μια απόφαση της τελευταίας στιγμή. Και μάλλον ούτε μια επιπολαιότητα. Γι’ αυτό έγινε μέχρι και ταινία.
Η Ντόρα Ράτιεν είναι (και) ο χαρακτήρας ενός κινηματογραφικού έργου που υποστηρίζει ότι αφηγείται την «αληθινή ιστορία», αλλά με «μερικές αποκλίσεις». Το «Berlin ’36» (2009) παρουσιάζει την ιστορία μιας μεγάλης συνωμοσίας, στην οποία ο Ράτιεν αποτελεί εργαλείο του ναζιστικού φυλετικού φανατισμού.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της Εβραίας αθλήτριας του άλματος εις ύψος, Γκρέτελ Μπέργκμαν, στην οποία επιτράπηκε απρόθυμα να συμμετάσχει στην προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, αλλά στη συνέχεια απομακρύνθηκε από τη γερμανική εθνική ομάδα λίγο πριν από την έναρξη των Αγώνων.
Στο «Berlin ’36», οι Ναζί αναζητούν αντικαταστάτη για την Μπέργκμαν, η οποία θεωρούνταν πιθανή χρυσή Ολυμπιονίκης κι έτσι βρίσκουν τη Ράτιεν, την οποία στέλνουν να αγωνιστεί εναντίον γυναικών, παρότι γνωρίζουν πλήρως ότι είναι άνδρας. Στη μεγάλη οθόνη η Ράτιεν ονομάζεται Μαρί Κέτελερ, όμως είναι προφανές σε όλη την ταινία ποιο πραγματικό πρόσωπο αντιπροσωπεύει ο χαρακτήρας.
Τα πλάνα ξεκινούν με αυθεντικό κινηματογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1930, στο οποίο εμφανίζονται οι δύο αθλήτριες του άλματος εις ύψος. Σε μια συνέντευξη που προβάλλεται στο τέλος της ταινίας, η Μπέργκμαν μιλά για την υπόθεση από τη νέα της πατρίδα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. «Αναγκάστηκε να το κάνει», λέει για την παλιά της αντίπαλο. Η συγκινητική αυτή δήλωση λειτουργεί σαν σφραγίδα αυθεντικότητας για την ταινία. Η αλήθεια όμως, κρύβεται πολύ πιο βαθιά. Στα παιδικά χρόνια…
Τα έγγραφα των Ναζί και ο αμφιλεγόμενος τοκετός
Ο -για χρόνια- άγνωστος αστυνομικός φάκελος της υπόθεσης Ράτιεν» περιέχει δηλώσεις και του πατέρα της, καθώς και μεγάλο όγκο υλικού που συγκέντρωσαν οι αρχές. Μεταξύ αυτού και αρκετές επιστολές προς τον υπουργό Αθλητισμού του Ράιχ, Χανς φον Τσάμερ ουντ Όστεν. Ωστόσο, δεν περιέχει ούτε το παραμικρό στοιχείο που να αποδεικνύει την υποτιθέμενη συνωμοσία. Αντιθέτως, τα έγγραφα δείχνουν ότι οι Ναζί ανακάλυψαν την πραγματική ταυτότητα του αθλητή τους πολύ αργότερα.
Το πραγματικό δράμα της ζωής της Ντόρα Ράτιεν (ή του Χάινριχ Ράτιεν) ξεκίνησε σε ένα σπίτι στο Έριχσχοφ, μια πόλη κοντά στη Βρέμη. Οι φαμίλια των Ράτιεν αποτελούνταν από απλούς ανθρώπους και, παρότι αργότερα ανέλαβαν τη λειτουργία ενός καπηλειού, μόλις και μετά βίας κατάφερναν να εξασφαλίζουν τα προς το ζην.
Το ζευγάρι είχε ήδη τρεις κόρες όταν η κυρία Ράτιεν γέννησε το τέταρτο παιδί, στις 20 Νοεμβρίου 1918. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1938, ο πατέρας της Ντόρα, Χάινριχ κι αυτός, κατέθεσε στην αστυνομία:
«Δεν βρισκόμουν δίπλα στο κρεβάτι της γυναίκας μου κατά τον τοκετό, αλλά ήμουν στην κουζίνα εκείνη την ώρα. Όταν γεννήθηκε το παιδί, η μαία μου φώναξε: “Χάινι, είναι αγόρι!” Αλλά πέντε λεπτά αργότερα μου είπε: “Τελικά είναι κορίτσι”».
Οι γονείς κοίταξαν το μικρότερο παιδί τους. Είχαν τις αμφιβολίες τους, αλλά αποφάσισαν να εμπιστευτούν τη μαία. Άλλωστε, ζούσαν σε μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι δεν συζητούσαν ποτέ ανοιχτά για το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Η μαία δήλωσε τη γέννηση στον πρόεδρο της κοινότητας και στον πάστορα και το παιδί βαφτίστηκε Ντόρα.
Εννέα μήνες αργότερα, η Ντόρα προσβλήθηκε από σοβαρή πνευμονία. Ο Χάινριχ Ράτιεν κάλεσε γιατρό και του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τα γεννητικά όργανα του παιδιού. «Κάτι δεν είναι σωστό», του είπε. Στην κατάθεσή του στην αστυνομία δήλωσε:
«Ο γιατρός μου είπε “άφησέ το. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό έτσι κι αλλιώς».
Η μοίρα της Ντόρα είχε επομένως σφραγιστεί, τουλάχιστον προσωρινά, και το παιδί μεγάλωσε ως κορίτσι. Φοίτησε σε σχολείο θηλέων, έκανε το θρησκευτικό της χρίσμα το 1932 και της άρεσε να παίζει μπάλα. «Οι γονείς μου με μεγάλωσαν ως κορίτσι», είπε η Ντόρα στην αστυνομία το 1938. «Ως εκ τούτου, φορούσα γυναικεία ρούχα σε όλη μου την παιδική ηλικία. Αλλά από την ηλικία των 10 ή 11 ετών άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν ήμουν γυναίκα, αλλά άνδρας. Ωστόσο, ποτέ δεν ρώτησα τους γονείς μου γιατί έπρεπε να φοράω γυναικεία ρούχα παρότι ήμουν άνδρας».
Το… κρυφτό και η αθλητική ζωή
Η Ντόρα άρχισε να ανησυχεί ιδιαίτερα όταν δεν έβλεπε πως δεν αποκτούσε στήθος όπως τα άλλα κορίτσια. Από την ηλικία των 17 ετών ξύριζε τα πόδια της κάθε δεύτερη μέρα και αργά ή γρήγορα βίωσε την πρώτη της εκσπερμάτιση. Όμως ντρεπόταν υπερβολικά για να μιλήσει για όσα της συνέβαιναν. Ένας αξιωματικός που μίλησε εκτενώς με την υποτιθέμενη απατεώνισσα είπε ότι η Ράτιεν πρέπει να αισθανόταν «χωρίς φύλο», ένας ερμαφρόδιτος που ήταν αναγκασμένος να αποδεχτεί τα χαρτιά που του έδωσε η μοίρα.
Έτσι, η ζωή μετατράπηκε σε ένα μεγάλο παιχνίδι κρυφτού. Μια ζωή ανάμεσα σε γυναίκες, αρχικά με τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές της και αργότερα με γυναίκες φίλες. Η Ντόρα ανακάλυψε την αγάπη της για τον αθλητισμό, εντάχθηκε στον σύλλογο Κόμερ Βρέμης το 1934 κι αφού αποφοίτησε από το σχολείο, εργάστηκε ως συσκευάστρια σε εργοστάσιο καπνού.
Παρότι περιβαλλόταν από γυναίκες, η Ντόρα παρέμενε μοναχική. Πήγαινε σπάνια για κολύμπι, επειδή ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί ήταν πολύ μεγάλος. Απέφευγε τις μεγάλες συναθροίσεις και τα πάρτι.
Σε ηλικία 15 ετών, η Ράτιεν ήταν ήδη εξαιρετική αθλήτρια στο άλμα εις ύψος, το 1934 αναδείχθηκε πρωταθλήτρια της Κάτω Σαξονίας και μία από τις ισχυρότερες υποψήφιες για τη γερμανική ολυμπιακή ομάδα. Μπορεί να έδειχνε λεπτή και… αγορίστικη, αλλά το ίδιο συνέβαινε με πολλές άλλες αθλήτριες εκείνης της εποχής.
Μερικές φορές «με κορόιδευαν», είπε η Ντόρα στην απολογία της στο αστυνομικό τμήμα, αλλά κι άλλες αθλήτριες είχαν βαθιά και βραχνή φωνή. Πράγματι, το 1938 ο ντετέκτιβ σημείωσε ότι το πάνω μέρος του κορμού της Ράτιεν ήταν «κοριτσίστικα λείο».
Η Γερμανία είχε αρχίσει να προετοιμάζεται πυρετωδώς για τους Ολυμπιακούς Αγώνες από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και οι ναζιστές ιδεολόγοι τελικά ξεπέρασαν τις επιφυλάξεις τους σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών σε αθλητικές διοργανώσεις -αν και αρχικά είχαν τις αντιρρήσεις τους.
Ο Χίτλερ και ο υπουργός Αθλητισμού του ανησυχούσαν ιδιαίτερα για τις διεθνείς συγκρίσεις και ήταν αποφασισμένοι να αποδείξουν την αθλητική ανωτερότητα του γερμανικού έθνους. Εκείνη περίπου την εποχή, οι τρεις κορυφαίες Γερμανίδες αθλήτριες του άλματος εις ύψος (Μπέργκμαν, Ράτιεν και Κάουν) συναντήθηκαν για πρώτη φορά στον αγωνιστικό χώρο. Οι περισσότερες φωτογραφίες δείχνουν τις τρεις γυναίκες χαρούμενες και με χαλαρή διάθεση.
Δυστυχώς, η χαρά κράτησε λίγο για την Εβραία της παρέας. Ενώ η Κάουν και η Ράτιεν ανήκαν στις «εκλεκτές», όπως τις αποκαλούσε ο γερμανικός Τύπος, η Μπέργκμαν αποκλείστηκε από τους Ναζί λίγο πριν από την έναρξη των Αγώνων. Η Κάουν τελικά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο στο Βερολίνο, ενώ η 17χρονη Ράτιεν τερμάτισε τέταρτη.
«Δεν είχα ποτέ υποψίες, ούτε μία φορά», είπε δεκαετίες αργότερα η Γκρέτελ Μπέργκμαν. «Στα κοινόχρηστα ντους αναρωτιόμασταν γιατί δεν εμφανιζόταν ποτέ γυμνή. Ήταν παράξενο να μπορεί κάποιος να είναι τόσο ντροπαλός στα 17 του. Απλώς σκεφτόμασταν πως είναι αλλόκοτη. Η Κάουν θεωρούσε τη Ράτιεν πολύ αρρενωπή, αλλά προφανώς δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό της ότι η συναθλήτριά της ήταν άνδρας.
«Είχαμε πολύ καλή σχέση στις προπονητικές κατασκηνώσεις, στα ταξίδια και κατά τη διάρκεια των αγώνων», θυμόταν η Κάουν, η οποία πέθανε το 2008. «Όμως κανείς δεν γνώριζε ή δεν παρατήρησε τίποτα για τη διαφορετική σεξουαλικότητά της».
Δημόσια και ιδιωτική ζωή: Δύο διαφορετικές καταστάσεις
Η Ντόρα ζούσε διπλή ζωή. Η δημόσια εικόνα της ήταν αυτή της επιτυχημένης και αναγνωρισμένης αθλήτριας, αλλά η ιδιωτική της ζωή παρέμενε ένα μυστήριο. Η αποκάλυψή της τον Σεπτέμβριο του 1938 αποτέλεσε μια απελευθερωτική εμπειρία.
«Η Ράτιεν παραδέχεται ανοιχτά ότι χαίρεται που “η γάτα βγήκε από τον σάκο”», σημείωσε ένας αστυνομικός μετά τη σύλληψή της και αφού είχε δηλώσει πως «είμαι άνδρας». Η Ράτιεν είπε επίσης στους αστυνομικούς ότι κατά τη διάρκεια των αγώνων είχε κοιμηθεί σε γυναικείους κοιτώνες, αλλά έσπευσε να τονίσει ότι «δεν είχε διαπράξει ποτέ κανένα έγκλημα».
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1938 ένας αστυνομικός γιατρός έφτασε από το Μαγδεμβούργο για να προσδιορίσει το φύλο της Ράτιεν και κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα: «Τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου είναι απολύτως ανδρικά. Το συγκεκριμένο άτομο μπορεί χωρίς αμφιβολία να θεωρηθεί άνδρας».
Ωστόσο, ο γιατρός σημείωσε και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: «Μια παχιά λωρίδα ουλώδους ιστού εκτείνεται προς τα πίσω από την κάτω πλευρά του πέους σε σχετικά πλατιά γραμμή. Επομένως, είναι αμφίβολο εάν αυτή η λωρίδα ουλώδους ιστού θα του επέτρεπε να έχει σεξουαλική επαφή με φυσιολογικό τρόπο».
Αυτή η ανατομική ανωμαλία πιθανότατα εξηγεί τη σύγχυση σχετικά με το φύλο της Ράτιεν κατά τη γέννησή της. Ωστόσο, η υπόθεση δεν αφορούσε πλέον μόνο τους γιατρούς και την αστυνομία. Την ίδια ημέρα στάλθηκε στο Βερολίνο ένα τηλεγράφημα:
«Η πρωταθλήτρια Ευρώπης στο γυναικείο άλμα εις ύψος Ράτιεν, με μικρό όνομα Ντόρα, δεν είναι γυναίκα αλλά άνδρας. Παρακαλείστε να ενημερώσετε αμέσως το Υπουργείο Αθλητισμού του Ράιχ. Αναμένουμε εντολές μέσω ασυρμάτου».
Ο υπουργός Αθλητισμού του Ράιχ, Τσάμερ ουντ Όστεν, αντέδρασε αμέσως. Ως ανώτερος αξιωματούχος τηλεφώνησε προσωπικά στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών του Μαγδεμβούργου και απαίτησε ο συλληφθείς αθλητής να σταλεί στο αθλητικό σανατόριο Χόενλιχεν για περαιτέρω εξετάσεις. Όμως τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια. Η Ράτιεν ήταν άνδρας.
Η έρευνα έκλεισε, αν και η ποινική διαδικασία δεν εγκαταλείφθηκε μέχρι τις 10 Μαρτίου 1939.
«Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαπράχθηκε απάτη, διότι δεν υπήρχε πρόθεση αποκόμισης οικονομικού οφέλους», σημείωσε ο αρμόδιος ανώτερος εισαγγελέας. Άλλωστε, η Ντόρα δεν είχε ποτέ ενημερωθεί ότι ήταν άνδρας. Οι δραστηριότητες και οι σχέσεις του ήταν πάντοτε γυναικείες.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, κανείς δεν ήξερε τι να κάνει με τον Ράτιεν. Την τελευταία της μέρα ως Ντόρα και την πρώτη της ως Χάινριχ, υποσχέθηκε στις αρχές ότι θα σταματήσει αμέσως να ασχολείται με τον αθλητισμό. Η οικογένεια φοβόταν ότι θα ντροπιαζόταν και θα έχανε την ιδιοκτησία του οικογενειακού καπηλειού, μέσα στο οποίο υπήρχαν αρκετά από τα αθλητικά βραβεία της Ντόρα. Μιλώντας στις υγειονομικές αρχές της Βρέμης, ο πατέρας Χάινριχ επέμενε ότι «η Ντόρα δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιτρέπεται να φορά ανδρικά ρούχα, επειδή δεν μπορούσε να ουρεί όρθια. Ούτε θα της επέτρεπε να κάνει ανδρική δουλειά». Από την πλευρά της, η μητέρα της Ντόρα είπε στην αστυνομία ότι ακόμη δεν είχε συμφιλιωθεί με τη «μεταμόρφωση του παιδιού της από κορίτσι σε άνδρα».
Ακολούθησε μια σκληρή διαμάχη. Ο πατέρας αρχικά αντιτάχθηκε ακόμη και στην αλλαγή του ονόματος, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι διαφωνούσαν για τα έγγραφα. Η διόρθωση του ονόματος και του φύλου ενός ανθρώπου αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα για τις αρχές. Έτσι, στις 11 Ιανουαρίου 1939 το προσωπικό του περιφερειακού δικαστηρίου του Φέρντεν διόρθωσε την καταχώριση για το κορίτσι Ντόρα σε αγόρι Χάινριχ.
Δύο μήνες αργότερα, στις 29 Μαρτίου 1939, ο πατέρας της Ράτιεν έγραψε στον αρχηγό της αστυνομίας της Βρέμης:
«Μετά την αλλαγή της καταχώρισης στο ληξιαρχείο σχετικά με το φύλο του παιδιού, θα σας παρακαλούσα να αλλάξετε το μικρό όνομα του παιδιού σε Χάινριχ». Και έκλεισε την επιστολή του με τις λέξεις: «Heil Hitler!» -για να είναι στο… πνεύμα της εποχής.
Η ζωή μετά…
Λίγα είναι γνωστά για τη μετέπειτα ζωή του Χάινριχ Ράτιεν. Η τελευταία σημείωση στον αστυνομικό φάκελο χρονολογείται στις 22 Αυγούστου 1939. Αναφέρει ότι αργότερα αποκαλούσε τον εαυτό του Χάινζ, έλαβε βιβλιάριο εργασίας, έγγραφα αναπηρίας και ιδιότητα μέλους του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου. Με τη βοήθεια του γραφείου εργασίας, του εκδόθηκαν νέα έγγραφα ταυτότητας και εργασίας και μεταφέρθηκε στο Ανόβερο «ως εργαζόμενος άνδρας», σύμφωνα με τα επίσημα χαρτιά.
Η σημείωση αυτή στάλθηκε στο Υπουργείο Αθλητισμού του Ράιχ, σε διάφορα αστυνομικά τμήματα και στα αρμόδια δικαστήρια. Επομένως, δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει ότι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι προσπάθησαν να κρατήσουν την υπόθεση μυστική ή να περιορίσουν τον αριθμό των ανθρώπων που γνώριζαν γι’ αυτήν.
Η υπόθεση όμως ήταν σημαντική και για τους ίδιους τους Ναζί, όπως αποδεικνύεται από την πεντασέλιδη έκθεση που υπέγραψε προσωπικά ο επικεφαλής της υπηρεσίας ασφαλείας, Ράινχαρντ Χάιντριχ και έστειλε στον επικεφαλής της καγκελαρίας, Χανς Χάινριχ Λάμερς. Κι αυτή η επιστολή, με τίτλο «Η αθλήτρια Ντόρα Ράτιεν: Διαπιστώθηκε ότι είναι άνδρας μετά από ιατρική εξέταση», δεν περιέχει κανένα στοιχείο χειραγώγησης.
Στην πραγματικότητα, η έκθεση παρέχει μια εκπληκτικά ειλικρινή περίληψη των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένης της παρατήρησης ότι η υπόθεση «δεν προκάλεσε ανεπιθύμητη δημόσια συζήτηση ούτε καν σύγκρουση στον διεθνή αθλητικό χώρο».
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Χάινριχ Ράτιεν, πιο γνωστός ως Χάινζ, ανέλαβε τη λειτουργία του οικογενειακού καπηλειού. Πολλές προσπάθειες να του πάρουν συνέντευξη για την προηγούμενη ζωή του απέτυχαν.