Ο Ρίτσαρντ Σιάο «μεγαλώνει» τον Άρη με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο
Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε έβριθε συναισθημάτων και συμβολισμών. Είχε πόνο, θλίψη, οδύνη σε μια χώρα που μέσα σε λίγες μέρες βίωσε δυο μεγάλες τραγωδίες. Από τη μία στην Τούμπα και από την άλλη στο Χαριλάου στο Τρισάγιο για τον Άλκη Καμπανό. Είχε όμως και χαρά για τη νίκη. Κυρίως για αυτή του μπασκετικού Άρη κόντρα στον Παναθηναϊκό που για πολλούς είναι ένα statement της νέας εποχής που έχει ξεκινήσει στο τμήμα τοτέμ του συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Η απόλυτη αποθέωση των συναισθημάτων. Χαρά και λύπη μαζί. Ότι είναι η ίδια η ζωή δηλαδή.
Καλή και σπουδαία σε αξία και συμβολισμούς η νίκη επί του Παναθηναϊκού αλλά να με συμπαθάτε, για μένα μία είναι η εικόνα που κρατάω και αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Η εικόνα όλου του ΣΚ. Αυτή του Ρίτσαρντ Σιάο να συνομιλεί με την χαροκαμένη μητέρα του αδικοχαμένου 19χρονου στο τρισάγιο για τα τέσσερα χρόνια από την άνανδρη δολοφονία του Άλκη Καμπανού. Στην ουσία να ακούει με ευλάβεια, ταπεινότητα και απόλυτο σεβασμό όσα είχε να του πει ένας άνθρωπος που βίωσε την χειρότερη απώλεια. Με σκυμμένο το κεφάλι, τα μάτια χαμηλά και τη γλώσσα του σώματος να μαρτυρά ότι συμμετείχε κι αυτός με τον δικό του τρόπο στο βουβό πόνο. Ένα 24χρονο παιδί (γιατί παιδί είναι ακόμη) που ακόμη και σε μια άχαρη στιγμή δείχνει γιατί ξεχωρίζει από τους άλλους και γιατί τον ενδιαφέρει να νιώσει όπως νιώθει ο αρειανός.
Δεν προσποιείται. Δεν υποκρίνεται. Δεν υποδύεται κάποιο ρόλο. Είναι αυτό. Ένα παιδί που η τύχη το ευλόγησε με μια μεγάλη οικονομική άνεση και που η μοίρα το έφερε στα μέρη μας (ευτυχώς) για να επενδύσει κάποια από τα χρήματά του. Χωρίς να ζητήσει αντάλλαγμα από κανέναν. Χωρίς να ψάξει να βρει άκρη με την κυβέρνηση για να… τσιμπήσει καμία δουλίτσα. Που όταν έρχεται στη Θεσσαλονίκη το ζει με την καρδιά του και δεν κουβαλάει μαζί του καμία κουστωδία από μπράβους. Όπως θα το ζούσε κάθε νέος που επισκέπτεται για λίγες μέρες την πόλη. Στο Παλέ δεν θα καθίσει στα δερμάτινα και δεν θα ψάξει που είναι η κάμερα για να ποζάρει. Θα πάρει τη θέση του δίπλα στο παρκέ- μαζί με το αγαπημένο του γλειφιτζούρι- για να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στα εκτεινόμενα. Να ζει την ένταση και τις στιγμές συμμετέχοντας έτσι με τον δικό του τρόπο στο άθλημα που αγαπάει. Θα πανηγυρίσει. Θα κάνει Hi Five με όλους, θα φωτογραφηθεί με όλους, με ένα χαμόγελο μονίμως ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του και ουδόλως προσποιητό.
Και μετά θα βγει μια βόλτα στην πόλη, θα πάει στην παραλία ανεβάζοντας στόρυ για αυτά που του κάνουν εντύπωση, που θα επιδιώξει τη διάδραση με τους ακόλουθούς του στο Instagram ως γνήσιο τέκνο της γενιάς του, ζητώντας από αυτούς να του προτείνουν μέρη για να δειπνήσει. Που όταν μιλάει ή τοποθετείται διαδικτυακά, αυτό έχει να κάνει μόνο με το Μπάσκετ για το οποίο τρέφει παθολογική αγάπη.
Δεν επιδιώκει την ίντριγκα. Την πόλωση. Δεν τον ενδιαφέρει να μπει σε αυτή τη λογική. Τον ενδιαφέρει να μεγαλώσει τον Άρη και την επένδυσή του με όρους καθαρά αθλητικούς. Με τα σωστά και τα λάθη του. Για να γουστάρει πρώτα ο ίδιος με αυτό που βλέπει στο παρκέ. Ένα κάρφωμα, ένα τρίποντο, ένα ωραίο καλάθι, μια ομάδα που θα παλεύει. Αυτή η αγνότητα που κομίζει, η νεανική αφέλεια σε κάποιες περιπτώσεις, το ξεχωριστό στυλ από ότι έχουμε συνηθίσει είναι που τον κάνει τόσο συμπαθή στους φίλους του Άρη. Όχι το στυλ του: «ήρθα και θα βαράτε όλοι προσοχές» αλλά αυτό με τα Labubu, τα πολύχρωμα sneaker, τα δυο ρολόγια στον καρπό και τα γλειφιτζούρια.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως θα εξελιχθεί η πορεία του στον Άρη, γιατί δυστυχώς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν. Αυτό που η συντριπτική πλειοψηφία των φίλων του Άρη βλέπει όμως είναι κάτι που αφενός αρέσει και αφετέρου σε καλεί να το ακολουθήσεις. Να το στηρίξεις. Να το ενισχύσεις γιατί βαθιά μέσα σου πιστεύεις ότι- αργά ή γρήγορα- θα σε οδηγήσει ξανά στις επιτυχίες. Και αυτό λέγεται ξεκάθαρα όραμα και το έχει φέρει μαζί του ο Ρίτσαρντ Σιάο...