Οι ποιητές ήταν ΠΑΟΚ
Ο στίχος της Γώγου, η ανάμνηση του Χριστιανόπουλου, το πάθος του Λοΐζου και η θέση του Αναγνωστάκη στην Τούμπα.
Υπάρχουν σημεία του γηπέδου που η ποίηση χωράει. Κατ’ αρχάς χωράει στις κερκίδες, εκεί που τα έμμετρα συνθήματα πολλές φορές γίνονται μελοποιημένα τραγούδια από τις φωνές των οπαδών. Ακαπέλα ή παρέα με μερικά τύμπανα. Κι αν δεν σας αρέσει το «οέο-οέο-οέο, το καλαμάκι ρε δεν τρώγεται σε λέω» ή το «πέρασες τη μισή ζωή σου μαύρος, την άλλη μισή λευκός / Μάικλ Τζάκσον ζεις, για πάντα ΠΑΟΚτζής», ας κάνουμε στροφή στην ποιότητα. Να βάλουμε τα καλά μας μέρα που είναι και ο ΠΑΟΚ έχει τα 100ά του γενέθλια για να δούμε σε ποια θύρα βρίσκονται, οι… αληθινοί ποιητές.
Υπήρξαν τέτοιοι που έκαναν ένα πέρασμα από την Τούμπα. Με την ψυχή, νοητά, ακόμα και με το σώμα τους. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ως παιδί είχε τη δική του θέση στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Όσο ήταν ΠΑΟΚ, γιατί μετά έγινε Απόλλων Αθηνών και Δόξα Δράμας. Ο Μάνος Λοΐζος, δεν ήταν ποιητής, αλλά ήξερε από ποίηση και κυρίως ήξερε από... ΠΑΟΚ. Είχε πάθος με τον «Δικέφαλο του Βορρά» κι αν ζούσε σήμερα, στα εκατοστά γενέθλια της ομάδας, κάποιο τραγούδι μπορεί και να ‘γραφε. Μπορεί και να το τραγουδούσε κιόλας.
Λογοτέχνες (γενικά) έχουν εμπνευστεί από το ποδόσφαιρο. Όχι μόνο Αλμπέρ Καμί, που κατά δική του παραδοχή ό,τι έμαθε για την ηθική, το έμαθε βλέποντας το αγαπημένο του σπορ ή ο Εντουάρντο Γκαλεάνο με «το σκοτάδι και το φως» του ποδοσφαίρου. Είχαμε και τους ντόπιους του είδους, που εκτός από πολιτικές πεποιθήσεις εξέφρασαν και αθλητικές. Ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος μίλησε και έγραψε για τον Ολυμπιακό («Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι», εκδ. Τόπος), ο ποιητής Νίκος Καρούζος στο «Τ’ απογεύματα της Κυριακή» («Πενθήματα», Αθήνα 1969) έβαλε στους στίχους του τη μπάλα. Το έκανε κι ο Νίκος Εγγονόπουλος («Τα γκολποστ», από την ανθολογία «Στην Κοιλάδα με τους ροδώνες», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1978), ενώ ο Αναγνωστάκης, ναι μεν δεν έγραψε για τον ΠΑΟΚ, (έγραψε όμως το «Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ»), αλλά μίλησε για τον Δικέφαλο.
Οπότε, μέρα που ‘ναι και ο ΠΑΟΚ γιορτάζει, πέραν από τους… μύθους του αγωνιστικού χώρου, τα μεγάλα γκολ και τις διακρίσεις, θυμίζουμε πως στη ζωή συνήθως την αλήθεια τη λένε οι ποιητές.
Ο Παοκτζής της Γώγου
Για την Κατερίνη Γώγου (1940-1993) ένα μαύρο πουλί ήταν κάποιος φίλος της. Δεν ήταν ο μαύρος δικέφαλος αετός, το σήμα του ΠΑΟΚ. Όμως αναφέρθηκε στον «Παοκτζή», όχι τόσο ως πρόσωπο αλλά ως έννοια. Το έκανε στην ανθολογία «Ιδιώνυμο» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007). Ακολουθεί το απόσπασμα...
[...]
Λούστρος καρντάσι αδερφός
περνάει χρυσό στους λούστρους
στράτα στρατούλα πάει τη βραδιά τη νυχτερινή
κάνει πως είναι βράδυ
κολοτούμπες στα νερά φιγουρατζής και Παοκτζής
στεγνώνει στον αέρα
βγάζει απ’ τη μασχάλη του -μ΄αρέσει όπως μυρίζει-
ένα πλακέ μπουκαλάκι μπανάλ λαδώνει τα μαλλιά του
παράνομος τύπος φυλακές στο δισάκι του
ντύνεται με άσπρο πουκάμισο στενό και μαύρο παντελόνι
Στην Τούμπα
[...]
Από το χέρι του Χριστιανόπουλου το «Μπιζίμ ΠΑΟΚ»
Όποιος είχε την τύχη να γνωρίσει τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (1931-2020) ή την γλυκιά… ατυχία, αν καθόσασταν στο ίδιο τραπέζι και δεν είχε τα κέφια του, δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί ως οπαδό ομάδας. Δεν ήταν! Η σύνδεση με τον ΠΑΟΚ ήρθε μέσα από το… χούι του πατέρα του.
«Ο πατέρας μου πήγαινε στο γήπεδο, ήταν ΠΑΟΚ», είχε διηγηθεί ο ίδιος. «Είχε φτιάξει ένα μεγαλούτσικο πανό με χαρτόνι μάλιστα, όπου εγώ του έγραψα πάνω με μεγάλα γράμματα “Μπιζίμ ΠΑΟΚ”». Δηλαδή, «Ο δικός μας ΠΑΟΚ». Με αυτόν τον τρόπο ο πατέρας του Χριστιανόπουλου (Κωνσταντίνος Δημητριάδης, το πραγματικό του όνομα), «τιμούσε έτσι όλους τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης απʼ όπου καταγόταν», ενώ «όταν έχανε ο ΠΑΟΚ έφτανε στο σπίτι σιωπηλός και με διπλωμένο το πανό χωρίς όρεξη για κουβέντα».
Ο Λοΐζος πέθαινε και ένιωθε «όπως όταν έχανε ο ΠΑΟΚ»
Ο Μάνος Λοΐζος (1937-1982) δεν ήταν ποιητής. Τουλάχιστον όχι με την κλασική έννοια του όρου. Είχε όμως την ποιητικότητα αυτή που διακρίνει κάθε καλλιτέχνη του επιπέδου του. Συνήθως εκείνος μελοποίησε ποιήματα άλλων. Από ‘κείνα του φίλου του Λευτέρη Παπαδόπουλου, μέχρι του Ρίτσου, του Γκάτσου, του Λορκα.
Ο Παπαδόπουλος όμως, γνωστός ΑΕΚτζής του λόγου του, με το ακόμα πιο γνωστό του στυλ, είχε δώσει σε όλους να καταλάβουν πόσο ΠΑΟΚ ήταν ο Λοΐζος. Στο βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου με τίτλο «Μάνος Λοΐζος» (εκδ. Κάκτος, 1983), αναφέρει σε ένα περιστατικό τις μέρες που ο σπουδαίως μουσικοσυνθέτης έδινε τη «μάχη», πριν πεθάνει σε νοσοκομείο της Μόσχας τον Σεπτέμβριο του 1982.
«Για να διασκεδάσω όμως την κατάσταση και να δώσω κουράγιο στο Μάνο το ρίχνω στην πλάκα. “Δεν έχεις τίποτα. Κι εγώ, χέστηκα απ’ το φόβο μου, έτσι όπως σε είδα. Επειδή έχασε η κωλοομάδα σου ο ΠΑΟΚ είσαι έτσι;”, άρχισε να γελάει. Ο Μάνος φάνηκε να πείσθηκε. Λέει “εντάξει”. Δεν του άρεσε όμως και πολύ η ιδέα του νοσοκομείου».
Ο Αναγνωστάκης ήταν με τους αδύναμους και με τον ΠΑΟΚ
Για να ολοκληρώσουμε την Παοκτζήδικη… ποιητική ανθολογία, εν είδει επιλόγου, αφήνουμε τον μέγα Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) να επιβεβαιώσει πως οι ποιητές ήταν ΠΑΟΚ. Έστω και για λίγο…
Στο τεύχος 15 του περιοδικού «Τέταρτο», το οποίο εξέδιδε ο Γιώργος Κοσκωτάς και διευθυντής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1986, ο συγγραφέας και ποιητής μιλάει για την εποχή που σύχναζε στην Τούμπα, σε ένα κείμενο με τον τίτλο «Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου». Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα…
«Στο γήπεδο δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσουμε στις κερκίδες. Τότε οι κερκίδες λιγοστές, και από τη μια πλευρά του γηπέδου και όχι πέρα ως πέρα, είχαν το χαρακτήρα κάποιας “διακεκριμένης”, όπως στο θέατρο, και δεν προορίζονταν για το χοντρό λαό. Ήταν σαφώς ακριβότερο το εισιτήριο, εκεί πήγαιναν οι πατεράδες με τα πολύ μικρά παιδιά τους, που αν δεν βολεύονταν κάπου έπρεπε να τα ‘χανε δυο ώρες καθισμένα στην πλάτη τους και να εμποδίζουν τους από πίσω, εκεί πήγαιναν οι λιγοστές γυναίκες, κυρίως μέλλουσες γκόμενες κάποιου ποδοσφαιριστή που είχανε σταμπάρει, εκεί πήγαιναν οι κατ’ εξοχήν φιλήσυχοι οικογενειάρχες που φεύγανε μάλιστα και τέσσερα-πέντε λεφτά πριν το τέλος του ματς για να μη στριμωχτούνε στις εξόδους και, φυσικά, εκεί κάθονταν οι λογής λογής παράγοντες και παραγοντίσκοι».