«Αυτό που περνάς είναι φριχτό, αλλά δεν θέλεις να τελειώσει» – Η σκληρή αλήθεια μιας μάχης (κάθε μάχης) με τον καρκίνο

Ο καρκίνος είναι μια μάχη που δεν δοκιμάζει μόνο εκείνον που νοσεί, αλλά και όλους όσοι στέκονται δίπλα του - Μια μάχη γεμάτη φόβο, πόνο, ελπίδα και αγάπη, όπως αποτυπώνεται στην ιστορία του Ερίκ και της Λετίσια Ρουά.

Ο Ερίκ Ρουά, προπονητής της Μπρεστ, πέθανε σε ηλικία 58 ετών/Πηγή: Getty Images
Ο Ερίκ Ρουά, προπονητής της Μπρεστ, πέθανε σε ηλικία 58 ετών/Πηγή: Getty Images

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

«Κάποια ζευγάρια απομακρύνονται μεταξύ τους σε δοκιμασίες σαν κι αυτή. Εμείς είχαμε ήδη μια τεράστια αγάπη και αυτό μας έφερε ακόμη πιο κοντά. 

Μαζί του, δεν ήταν ποτέ όλα σκοτεινά.

Κατά τη διάρκεια των χημειοθεραπειών του, γελούσαμε, βάζαμε μουσική, όπως Murray Head ή Florent Pagny.

Έβλεπα να του βάζουν βελόνες, έτσι [ανοίγει τα χέρια της], κι εγώ του χαμογελούσα…

Είναι δύσκολο όταν το σώμα σου σε προδίδει, ειδικά όταν έχεις υπάρξει αθλητής υψηλού επιπέδου.

Ο άντρας μου είχε μόνο ένα πράγμα που περίμενε στη δουλειά: να έρθω να τον πάρω.

Έμπαινε στο αυτοκίνητο, εγώ οδηγούσα και τότε έπεφτε η μάσκα.

Στη δουλειά του, στις συνεντεύξεις Τύπου, κρατούσε τα προσχήματα, ενώ στο σπίτι αφηνόταν…

Νιώθεις ένα σχιζοφρενικό συναίσθημα: αυτό που περνάς είναι φρικτό, αλλά δεν θέλεις να τελειώσει. Γιατί, αν τελειώσει, αυτό είναι το τέλος…
».

Πώς βιώνει ένας άνθρωπος τη μάχη με τον καρκίνο; Πώς στέκεσαι εσύ, ως σύζυγος, ως αδερφός ή αδερφή, ως σύντροφος, ως πατέρας και μάνα, ως γιος και κόρη δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο;

Η Λετίσια Ρουά είναι η σύζυγος του Ερίκ Ρουά, του προπονητή της Μπρεστ, ο οποίος πέθανε από καρκίνο στις 17 Ιουνίου 2026. Ήταν 58 χρόνων.



Κουβαλώντας μέσα της την απώλεια, η Λετίσια μίλησε στην εφημερίδα «Le Parisien» για το ταξίδι που έκανε ο άνδρας της από όταν έμαθε για την ασθένεια μέχρι το τέλος της πορείας της ζωής του. Και για το πώς η ίδια έζησε αυτό το διάστημα προσπαθώντας να είναι δίπλα του σε αυτή την οδυνηρή διαδρομή.

Ο Ρουά δεν άφησε τον πάγκο της Μπρεστ όταν έμαθε για τον καρκίνο.
Ήταν μια προσπάθεια να προστατεύσει τους ανθρώπους γύρω του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

«Δεν ήθελε να είναι ο άρρωστος της παρέας. Δεν ήθελε τον οίκτο των ανθρώπων ούτε προνόμια» εξηγεί η Λετίσια Ρουά, περιγράφοντας τη στάση που κράτησε ο σύζυγός της από την πρώτη στιγμή.

Το χαρακτηριστικό καπέλο
που φορούσε ο Ρουά στις εμφανίσεις του στον πάγκο της Μπρεστ δεν ήταν απλώς μια επιλογή εμφάνισης. Ήταν ένας τρόπος να κρύψει από τον κόσμο τις συνέπειες της θεραπείας.

Η χημειοθεραπεία μπορούσε να προκαλέσει απώλεια των μαλλιών του και το ζευγάρι προσπάθησε να προφυλάξει το μυστικό της ασθένειας. Ήταν συνάμα και η υπενθύμιση μιας μάχης που συνεχιζόταν καθημερινά. Ο Ρουά δεν ήθελε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι. Ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται κανονικά και να παραμένει προπονητής πριν απ' όλα.

Πίσω όμως από τη μάχη με την ασθένεια υπήρχε κάτι που, σύμφωνα με τη Λετίσια, τους κράτησε ενωμένους περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: η σχέση τους.

Το ζευγάρι ήταν παντρεμένο επί 31 χρόνια και, όπως εξηγεί η ίδια, η δοκιμασία δεν τους απομάκρυνε. Αντίθετα, τους έφερε ακόμη πιο κοντά.



«Κάποια ζευγάρια απομακρύνονται σε τέτοιες δοκιμασίες. Εμείς είχαμε ήδη μια συγκλονιστική αγάπη και αυτό μας έφερε ακόμη πιο κοντά
» λέει.

Και ίσως το πιο συγκινητικό στοιχείο της μαρτυρίας της είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει την καθημερινότητά τους μέσα στη χημειοθεραπεία. Δεν υπήρχε μόνο φόβος και πόνος, αλλά γέλιο. Είναι παράδοξο, μα έτσι συνέβη.

«Μαζί του δεν ήταν ποτέ σκοτεινά. Κατά τη διάρκεια των χημειοθεραπειών γελούσαμε, βάζαμε μουσική, όπως Murray Head ή Florent Pagny».

Μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο βελόνες, φάρμακα και εξάντληση, εκείνη προσπαθούσε να του χαρίζει χαμόγελα.

«Έβλεπα να του βάζουν βελόνες έτσι» λέει χαρακτηριστικά, ανοίγοντας τα χέρια της για να περιγράψει τη σκηνή, «κι εγώ του χαμογελούσα».

Ήταν ο δικός τους τρόπος να μη γίνει η ασθένεια ολόκληρη η ζωή τους.



Η Λετίσια περιγράφει, επίσης, μια σχεδόν διπλή ζωή που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον Ερίκ. Μπροστά στους άλλους, ήταν ο προπονητής της Μπρεστ. Στις συνεντεύξεις Τύπου, στον πάγκο, στις προπονήσεις, έπρεπε να κρατάει την εικόνα του δυνατού και αφοσιωμένου επαγγελματία.

Όταν όμως έμπαινε στο αυτοκίνητο μαζί με τη γυναίκα του, όλα άλλαζαν.
«Ο σύζυγός μου είχε μόνο ένα πράγμα που περίμενε στη δουλειά: να έρθω να τον πάρω».

Εκείνη οδηγούσε. Και τότε, όπως λέει, «η μάσκα έπεφτε».

«Στη δουλειά του, στις συνεντεύξεις Τύπου, κρατούσε τα προσχήματα. Στο σπίτι, άφηνε τον εαυτό του να λυθεί». Άφηνε το βάρος που κουβαλούσε. Και ήταν ένας άνθρωπος που πονούσε.

Για έναν άνθρωπο που είχε υπάρξει αθλητής υψηλού επιπέδου, η αλλαγή αυτή ήταν ακόμη πιο σκληρή. Το σώμα, που κάποτε ήταν εργαλείο δύναμης και απόδοσης, άρχισε να γίνεται πηγή περιορισμού και πόνου.

«Είναι δύσκολο όταν σε προδίδει το σώμα σου, ειδικά όταν έχεις υπάρξει αθλητής υψηλού επιπέδου» λέει η Λετίσια.

Ο Ρουά δεν πάλευε μόνο με έναν καρκίνο, αλλά και με την αδυναμία να κάνει πράγματα που μέχρι πρότινος θεωρούσε αυτονόητα.

Κι όμως, εξακολουθούσε να πηγαίνει στη δουλειά, να στέκεται στην άκρη του πάγκου, να δίνει οδηγίες, να χαμογελά.



Υπήρξαν φορές που ο Ερίκ δεν μπορούσε να αφήσει την ασθένεια έξω από το γήπεδο. Πριν από ορισμένα παιχνίδια, οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας ήταν τόσο έντονες, ώστε κατέφευγε στα αποδυτήρια για να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει μακριά από τα βλέμματα των ποδοσφαιριστών του.

«Υπήρχαν δύσκολες στιγμές όπου, πριν από κάποιους αγώνες, κρυβόταν στα αποδυτήρια για να αντέξει τις φρικτές παρενέργειες της χημειοθεραπείας» λέει η σύζυγός του.

Και όμως, πάντα έβρισκε τη δύναμη να βγει και να σταθεί όρθιος μπροστά στον πάγκο. Να ζήσει το παιχνίδι με πάθος.

Η Λετίσια αποκαλύπτει ότι το νοσοκομείο του Μπρεστ είχε προσαρμόσει τη θεραπεία του ακόμη και στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα της ομάδας, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του: «Κατάφερνε να κρύβεται από την ομάδα του. Υπήρχε επίσης μεγάλη διακριτικότητα».

Η προσπάθεια να κρύψει την ασθένεια έφτανε μέχρι την προπόνηση. Η σύζυγός του αποκαλύπτει πως ακόμη και τότε ο Ρουά προσπαθούσε να μην αποκαλύπτει την πραγματική του κατάσταση, φτάνοντας στο σημείο να κρύβει κάτω από το παλτό του ακόμη και τον απαραίτητο εξοπλισμό που σχετιζόταν με τη χημειοθεραπεία.

«Υπέφερε πολύ. Πέρασε από οδύνες που ήταν πραγματικά απάνθρωπες».

«Δεν θέλεις να τελειώσει, διότι αν τελειώσει…»

Ίσως όμως η πιο σπαρακτική φράση της Λετίσια να αφορά όχι τον πόνο, αλλά την ίδια την έννοια του τέλους.

«Νιώθεις ένα σχιζοφρενικό συναίσθημα: αυτό που περνάς είναι φρικτό, αλλά δεν θέλεις να τελειώσει. Γιατί αν τελειώσει, τότε είναι το τέλος».

Η θεραπεία ήταν εξαντλητική και ο πόνος γινόταν ολοένα και πιο δύσκολος.
Η καθημερινότητα είχε μετατραπεί σε αγώνα. Κι όμως, όσο υπήρχε θεραπεία, υπήρχε και ελπίδα.

Μέχρι που κάποια στιγμή ο Ερίκ δεν μπορούσε να περπατήσει. Δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια του για να ντυθεί. Φορούσε κάλτσες συμπίεσης και τα πόδια του ήταν τόσο βαριά, που η σύζυγός του αισθανόταν σαν να ζύγιζαν δεκάδες κιλά.

«Το χειρότερο ήταν το τελευταίο παιχνίδι της σεζόν. Δεν μπόρεσα καν να παρακολουθήσω τη συνέντευξη Τύπου του, τόσο άσχημα ήταν. Στο μυαλό του θα ξεκουραζόταν και θα ξεκινούσε νέα σεζόν»

Η Λετίσια περιγράφει πως μετά το τελευταίο παιχνίδι επέστρεψαν στη Νίκαια. Εκείνος ήταν εξαντλημένος και πονούσε παντού, όμως στο μυαλό του υπήρχε ακόμη η σκέψη της επιστροφής στη δουλειά. Η ίδια, όμως, γνώριζε ότι η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.

Είχε ήδη προετοιμάσει το σπίτι για να συνεχίσει εκεί τη φροντίδα του, με ιατρικό κρεβάτι και ό,τι χρειαζόταν για νοσηλεία στο σπίτι.

Και τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να προετοιμάσει και τα παιδιά τους.
«Μπήκα στο σπίτι και τηλεφώνησα στα παιδιά μας λέγοντάς τους: “Ο μπαμπάς θα φύγει σύντομα. Πρέπει να επιστρέψετε”».

O Eρικ μίλησε στα παιδιά του και τους είπε: «Δεν μετανιώνω για τίποτα.  Πάντα έβαζα το πάθος μου πάνω απ' όλα και αυτό με έκανε χαρούμενο». Ο γιος του, του είπε ότι τους είχε διδάξει την αυτονομία, και η κόρη του ότι την έμαθε να είναι ανεξάρτητη. Τότε η Λετίσια του είπε: «Αγάπη μου, ανέβασες τις ζωές μας στο υψηλότερο επίπεδο... Άφησέ τα όλα και πέταξε, είσαι κουρασμένος...». 

Ο Ερίκ προσπάθησε μέχρι τέλους να μη γίνει «ο άρρωστος», να μη δεχθεί τον οίκτο κανενός. Κι όταν έκλεινε η πόρτα του αυτοκινήτου και έμενε μόνος με τη γυναίκα του, μπορούσε επιτέλους να αφήσει τη μάσκα να πέσει.

Η Λετίσια ήταν πάντα εκεί. Όχι για να του υποσχεθεί ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά για να περπατήσει μαζί του όλη αυτή τη διαδρομή. Με φόβο, με πόνο, με γέλιο, με μουσική, με εκείνα τα χαμόγελα απέναντι στις βελόνες. Μέχρι το τέλος. 

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο Ρόδρι ο σπασίκλας

Μια όμορφη εμμονή «κατάπιε» τον Γκουαρδιόλα