Πώς είναι όταν αδειάζει η ζωή; Πόσα χωρούν σε 21 γραμμάρια;
Πώς είναι όταν η ζωή φεύγει από ένα σώμα; Ο Στάλε Σόλμπακεν το βίωσε, ήταν επτά λεπτά νεκρός, μα δεν το θυμάται.
Για τον Στάλε Σόλμπακεν, η 13η Μαρτίου 2001 δεν είναι μόνο η ημέρα που σταμάτησε η ποδοσφαιρική καριέρα του. Είναι η ημέρα που σταμάτησε η καρδιά του. Και μαζί η ημέρα στην οποία άρχισε η δεύτερη ζωή του.
Όλα κυλούσαν φυσιολογικά εκείνο το κρύο απόγευμα στην προπόνηση της Κοπεγχάγης. Ο 33χρονος τότε Σόλμπακεν, αρχηγός της ομάδας και βασικό στέλεχος της εθνικής Νορβηγίας, με συμμετοχή στο Μουντιάλ του 1998 και στο Euro του 2000, έπαιρνε μέρος κανονικά.
Μέχρι που ξαφνικά κατέρρευσε.
Οι συμπαίκτες του πάγωσαν. Ο γιατρός της ομάδας έτρεξε αμέσως κοντά του και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε σφυγμός.
Άρχισε αμέσως καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και λίγο αργότερα οι διασώστες συνέχισαν την προσπάθεια μέχρι τη μεταφορά του στο νοσοκομείο.
Χρειάστηκαν περίπου επτά λεπτά μέχρι η καρδιά του να αρχίσει ξανά να λειτουργεί. Επτά λεπτά... Είναι λίγα; Όχι για τον άνθρωπο αυτό που είχε καταρρεύσει και ο οποίος δεν έχει σήμερα καμία ανάμνηση για όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα.
«Ήταν σαν να έσβησαν τα φώτα. Δεν ένιωσα τίποτα» θα πει χρόνια αργότερα.
Η μητέρα του Σόλμπακεν σχεδίαζε την κηδεία του
Μπορεί να μοιάζει κάπως παράδοξο για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει κάτι τέτιο, αλλά ο Σόλμπακεν μιλώντας μετά για όσα συνέβησαν δεν έχει περιγράψει ποτέ τον εαυτό του ως θύμα. Επιμένει να λέει ότι οι άνθρωποι που υπέφεραν περισσότερο ήταν όσοι τον αγαπούσαν.
«Ήταν πολύ χειρότερο για την οικογένειά μου απ' ό,τι για μένα. Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα» λέει αφοπλιστικά. «Οι γονείς μου πέταξαν αμέσως στη Δανία. Μου είπαν ότι μέσα στο αεροπλάνο η μητέρα μου είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει την κηδεία μου. Στην αρχή ανησυχούσαν αν θα επιζούσα και στη συνέχεια αν ο εγκέφαλός μου είχε υποστεί βλάβη. Αυτές ήταν οι σκέψεις που βασάνιζαν την οικογένειά μου και τους συμπαίκτες μου, οι οποίοι με είδαν να καταρρέω, να πεθαίνω και τελικά να επιστρέφω στη ζωή».
Η σύζυγός του έχει εξιστορήσει ότι μετά την ανάνηψη περνούσε ώρες απαντώντας στις ίδιες ερωτήσεις.
«Τι έγινε;».
Ο Σόλμπακεν την ρωτούσε ξανά και ξανά, χωρίς να θυμάται ότι είχε ήδη ακούσει την απάντηση.
Οι γιατροί ανησυχούσαν έντονα για πιθανή εγκεφαλική βλάβη, καθώς κανείς δεν γνώριζε αν τα επτά λεπτά χωρίς φυσιολογική κυκλοφορία αίματος είχαν αφήσει μόνιμες συνέπειες.
Με το πέρασμα των ημερών η μνήμη του επανήλθε και η αποκατάσταση ήταν πλήρης. Οι εξετάσεις αποκάλυψαν ότι η ανακοπή προκλήθηκε από μια άγνωστη μέχρι τότε καρδιακή πάθηση.
Οι γιατροί τού εμφύτευσαν βηματοδότη και του ξεκαθάρισαν ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο επιστροφής στην ενεργό δράση.
Στα 33 του, ένας διεθνής ποδοσφαιριστής έπρεπε να αποδεχθεί ότι δεν θα ξαναπατούσε ποτέ στο γήπεδο ως επαγγελματίας.
«Με πιάνει αναγούλα όταν κάποιος λέει "βηματοδότης"» είχε δηλώσει λίγους μήνες αργότερα. Και δεν ήταν η συσκευή που τον τρόμαζε. Ήταν όσα συμβόλιζε. Ήταν το τέλος της καριέρας του. Ήταν ο πιο μεγάλος φόβος. Ήταν ο θάνατος. Παραλίγο...
Με τα χρόνια ο Σόλμπακεν άρχισε να μιλά περισσότερο για τα συναισθήματα εκείνης της περιόδου. Όχι για τον θάνατο, αλλά για την οικογένειά του.
«Σκεφτόμουν ότι ίσως να μην επιζήσω και να μη δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν». Κι αυτή η σκέψη ήταν η πιο δύσκολη, η πιο σκληρά από όλα περνούσαν από το μυαλό του όταν πια είχε συνέλθει, όταν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι είχε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.
«Τέτοιες εμπειρίες σε αλλάζουν» έχει πει. «Αρχίζεις να βλέπεις διαφορετικά τι είναι πραγματικά σημαντικό».
Μια δεύτερη ζωή και μια δεύτερη καριέρα για τον Σόλμπακεν
Αν και αναγκάστηκε να αποσυρθεί, δεν εγκατέλειψε ποτέ το ποδόσφαιρο, αλλά βρήκε έναν νέο τρόπο να βρίσκεται μέσα σε αυτό.
Άρχισε την προπονητική σχεδόν αμέσως και μέσα σε λίγα χρόνια μετατράπηκε σε έναν από τους σημαντικότερους Σκανδιναβούς τεχνικούς.
Με την Κοπεγχάγη κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα Δανίας, οδήγησε τον σύλλογο σε συμμετοχές στους ομίλους του Champions League και δημιούργησε μια από τις πιο επιτυχημένες ομάδες στην ιστορία του συλλόγου.
Αργότερα εργάστηκε στην Κολωνία και στη Γουλβς και από το 2020 βρίσκεται στον πάγκο της εθνικής Νορβηγίας, προσπαθώντας να οδηγήσει μια ιδιαίτερα ταλαντούχα γενιά, με πρωταγωνιστές τους Έρλινγκ Χάαλαντ και Μάρτιν Έντεγκααρντ, ξανά στις μεγάλες διοργανώσεις.
Η στιγμή που ξαναέζησε τον εφιάλτη
Τον Ιούνιο του 2021, βλέποντας τον Κρίστιαν Έρικσεν να καταρρέει στο Euro, οι μνήμες επέστρεψαν. Όμως η αντίδρασή του ήταν διαφορετική απ' ό,τι περίμεναν πολλοί.
«Εμείς που το παθαίνουμε ίσως το βιώνουμε πιο εύκολα, διότι δεν θυμόμαστε τίποτα. Οι άνθρωποι που το βλέπουν είναι εκείνοι που κουβαλούν τις εικόνες για όλη τους τη ζωή».
Σχεδόν 25 χρόνια μετά την ανακοπή, ο Σόλμπακεν εξακολουθεί να ζει με βηματοδότη. Όπως παραδέχεται, όμως, πλέον δεν τον απασχολεί σχεδόν ποτέ. «Δεν το σκέφτομαι καθόλου. Από το 2009 δεν μου έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα».
Μάλιστα, ακόμη και όταν πριν από λίγους μήνες ένας μαγνήτης από τηλεοπτικό μικρόφωνο ενεργοποίησε προσωρινά προειδοποίηση στη συσκευή του, ο ίδιος δεν ανησύχησε. Το αντιμετώπισε, μάλλον, κυνικά: «Δεν φοβήθηκα ποτέ. Ήξερα ότι όλα ήταν καλά».
Ο Σόλμπακεν αποφεύγει να παρουσιάζει την ιστορία του ως θαύμα και προτιμά να μιλά για τύχη. Κατέρρευσε σε έναν χώρο όπου υπήρχε γιατρός, άνθρωποι εκπαιδευμένοι στην ΚΑΡΠΑ και άμεση πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα. Όπως επιμένει να λέει χιλιάδες άνθρωποι παθαίνουν κάθε χρόνο καρδιακή ανακοπή χωρίς να έχουν αυτή την ευκαιρία.
Σήμερα, όσοι τον βλέπουν στον πάγκο της εθνικής ομάδας της Νορβηγίας σκέφτονται ότι πολλές φορές η πιο μεγάλη νίκη είναι να έχεις την ευκαιρία να ζήσεις άλλη μία ημέρα.
Τα «21 γραμμάρια της ψυχής»
Ο ισχυρισμός για τα «21 γραμμάρια της ψυχής» προέρχεται από τον Αμερικανό γιατρό Duncan MacDougall, στις αρχές του 20ού αιώνα (περίπου το 1907). Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά, από πολλούς ωστόσο επιστημονικά απορριπτέα, πειράματα που προσπάθησαν να «μετρήσουν» την ψυχή.
Ο MacDougall τοποθέτησε ασθενείς που βρίσκονταν στο τελικό στάδιο της ζωής πάνω σε μια ειδική, πολύ ευαίσθητη ζυγαριά. Στόχος του ήταν να καταγράψει αν υπήρχε αλλαγή στο βάρος τη στιγμή του θανάτου.
Ισχυρίστηκε ότι σε κάποια περιστατικά παρατήρησε μια ξαφνική μείωση βάρους τη στιγμή που ο ασθενής πέθαινε. Από αυτές τις μετρήσεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει μάζα περίπου 21 γραμμαρίων.
Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματά του δεν ήταν σταθερά καθώς σε διαφορετικούς ασθενείς κατέγραψε διαφορετικές απώλειες βάρους, κάποιες μετρήσεις δεν έδειξαν καθόλου αλλαγή και άλλες είχαν μεγάλες διακυμάνσεις.
Σήμερα δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση ή η «ψυχή» έχει φυσική μάζα ή μπορεί να μετρηθεί σε γραμμάρια. Ο ισχυρισμός του MacDougall θεωρείται ιστορικά ενδιαφέρων, αλλά επιστημονικά αβάσιμος. Παρόλα αυτά, η ιδέα των «21 γραμμαρίων» έμεινε ως πολιτισμικό σύμβολο για το τι μπορεί να χάνεται τη στιγμή του θανάτου.